ΜΟΥΖΑΚΙ



Booking.com

Μουζάκι

Ο Δήμος Μουζακίου βρίσκεται στα ΒΔ. του Ν. Καρδίτσας. Η συνολική έκτασή του είναι 179.521στρμ. Ο αριθμός των κατοίκων του Δήμου και στις 27 Τοπικές Κοινότητες, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, ανέρχεται στους 13.768 κατοίκους, ο πραγματικός όμως πληθυσμός ξεπερνά τους 15.000 κατοίκους (15.935).

Αποτελείται από 27 Τοπικές Κοινότητες και πολυάριθμους οικισμούς: Τ.Κ Μουζακίου, Τ.Κ Αγίου Ακακίου,Τ.Κ Αγναντερού, Τ.Κ Αμυγδαλής, Τ.Κ Ανθοχωρίου, με τους οικισμούς Ανθοχώρι και Πλατανάκο, Τ.Κ Βατσουνιάς, Τ.Κ Γελάνθης, Τ.Κ Δρακότρυπας με τους οικισμούς Δρακότρυπα, Αρπακιά, Κεραμαριώ, Μηλιές, Σπάθες, Τρυγόνα και Τσαρούχι, Τ.Κ Ελληνοκάστρου με τους οικισμούς Ελληνόκαστρο, Αγ. Παρασκευή και Πετρωτά, Τ.Κ Ελληνόπυργου, Τ.Κ Καναλίων,Τ.Κ Καππά, Τ.Κ Κρανέας, Τ.Κ Κρυοπηγής με τους οικισμούς Κρυοπηγή, Λάκκες και Ξηρόκαμπος, Τ.Κ Λαζαρίνας, Τ.Κ Λοξάδας, Τ.Κ Μαγούλας, Τ.Κ Μαγουλίτσας, Τ.Κ Μαυρομματίου με τον οικισμό Γ. Καραϊσκάκη, Τ.Κ Οξυάς με τους οικισμούς Οξυά, Βαγένια, Δάφνη, Ζαμανάτικο, Κούρα, Μεγάλη Βρύση, Mεσοράχη, Παλαιάμπελα, Παλαιοχώρι, Πλατανιά, Σούλα και Συκιά, Τ.Κ Παλαιοχωρίου, Τ.Κ Πευκοφύτου με τους οικισμούς Πευκόφυτο, Νησιά, Πάδη και Χαραυγή, Τ.Κ Πορτής με τους οικισμούς Πορτή, Μαρτίνι, Μέλιγο και Παλαιόκαστρο, Τ.Κ Πύργου Ιθώμης, Τ.Κ Ριζοβουνίου, Τ.Κ Φαναρίου και τέλος η Τ.Κ Χάρματος.

Έδρα του Δήμου είναι το Μουζάκι. Οι Τοπικές Κοινότητες: Αγναντερού, Γελάνθης, Καππά, Κρανέας, Λαζαρίνας, Λοξάδας, Μαγούλας, Μαγουλίτσας, Παλαιοχωρίου, Ριζοβουνίου, Χάρματος είναι πεδινές, ενώ το τα Κανάλια, το Μαυρομμάτι ( Ιστορική πρωτεύουσσα του Δήμου ), το Μουζάκι, ο Πύργος Ιθώμης και το Φανάρι ανήκουν στο ημιορεινό τμήμα της περιοχής. Οι υπόλοιπες Τ.Κοινότητες είναι ορεινές και βρίσκονται στην οροσειρά της Πίνδου.

Χωριά που συναρπάσουν κάθε επισκέπτη, «πνιγμένα» στο πράσινο, όπως η Βατσουνιά, το Πευκόφυτο, η Κρυοπηγή, το Φανάρι με το καταπληκτικό του κάστρο, τα Κανάλια, ο Ελληνόπυργος, το Ανθοχώρι, η Αμυγδαλή , η Πορτή και το Ελληνόκαστρο, με μακραίωνη ιστορία και μνημεία, όπως η Δρακότρυπα με το περίφημο μοναστήρι της Αγ. Τριάδας και η υψιτενής Οξυά.

Πρόκληση και η φύση, στην οποία το ορμητικό υγρό στοιχείο – ποτάμια, πήγες, καταρράκτες – συνυπάρχει αρμονικά με την ημεράδα του κάμπου και των χαμηλών λόφων.

Ο πιο σημαντικός ποταμός της περιοχής είναι ο Πάμισος ή Μπλιούρης, ο οποίος πηγάζει από την περιοχή της κορυφής Καραβούλας στη Ν. Πίνδο, διαρρέει τη δυτική πεδιάδα της Θεσσαλίας, ενισχύεται από μικρότερα υδάτινα ρεύματα και συμβάλλει στον Πηνειό, πριν ο τελευταίος μπει στο Στενό Ζάρκου-Τίτανου. Έχει μήκος 25 χλμ.

Τα βουνά της περιοχής, τα Άγραφα, αποτελούν τη νότια προέκταση της Πίνδου. Την περιοχή των Αγράφων καλύπτουν ελατοδάση και πευκοδάση. Η ψηλότερη κορυφή των Αγράφων, Καράβα ή Σχιζοκάραβο (υψ. 2184 μ.) βρίσκεται στα νότια σύνορα του Δήμου Μουζακίου, ενώ στην ίδια περιοχή είναι και η κορυφή Καζάρμα ή Ζυγουρολίβαδο (υψ.1977 μ.).

  • Ιστορική πορεία

    Η ιστορία της περιοχής του Μουζακίου ξεκινά από την εποχή του Ομήρου. Η συνεχής ανθρώπινη παρουσία, στα ΒΔ. της Καρδίτσας και στις υπώρειες της Πίνδου, μαρτυρείται από τους αρχαίους οικισμούς, τα βυζαντινά θρησκευτικά μνημεία και κάστρα, την τοπική αρχιτεκτονική, θύμησες της μακραίωνης αυτής πορείας του τόπου.

    Αρχαία εποχή

    Συγγραφείς όπως ο Στράβων, ο Πτολεμαίος, ο Δίων ο Κάσσιος, ο Αππιανός, ο Πλούταρχος, ο Πλίνιος, ο Τίτος Λίβιος και ο Ιούλιος Καίσαρας, κάνουν λόγο για την αρχαία πόλη των Γόμφων («γόμφοι» = καρφιά, περόνες, πιθανόν αποδίδεται η διαμόρφωση του εδάφους της περιοχής). Η πόλη αυτή ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας στη Δ. Θεσσαλία. Γεωγραφικά τοποθετείται σε απόσταση 2 χλμ. ΒΔ. από τη σημερινή κωμόπολη του Μουζακίου στη θέση «Επισκοπή». Ήταν κόμβος σημαντικός και πέρασμα για τα χωριά της Αργιθέας, ενώ συνέδεε την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Μαζί με την Μητρόπολη και το Κιέριο ήταν οι 3 μεγαλύτερες πόλεις της περιοχής στην αρχαιότητα. Την εποχή της επέκτασης της Μακεδόνικης κυριαρχίας, η πόλη έπεσε στα χέρια του Φιλίππου Β’ και μετονομάσθηκε προς τιμήν του σε Φιλιππόπολη. Τότε ήταν μία από τις πιο εύρωστες οικονομικά πόλεις της θεσσαλικής γης, αφού ήδη από το 340 π.Χ. οι Γόμφοι έκοψαν αργυρά νομίσματα και αργότερα χάλκινα με το όνομα τους. Στα χρόνια του Β’ Μακεδονικού πολέμου (200-197 π.Χ.) η πόλη πολιορκήθηκε και κυριεύτηκε από το Βασιλιά ίων Αθαμάνων Αμύνανδρο, σύμμαχο ίων Αιτωλών και των Ρωμαίων και σφοδρό πολέμιο ίου Φιλίππου του Ε’ της Μακεδονίας. Η πόλη διέθετε ύψωμα και ισχυρότατο αμυντικό τείχος, ίσως το πιο ισχυρό όλης της Θεσσαλίας. Το 171 π.Χ. αναπτύχθηκε στην περιοχή ίων Γόμφων ο στρατός του Ρωμαίου Υπάτου Λικινίου Κράσσου, που προηγουμένως είχε διέλθει από την Ήπειρο στη Θεσσαλία διαμέσου των διαβάσεων της Πίνδου. Στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι Γόμφοι ενεπλάκησαν στους εμφυλίους πολέμους μεταξύ των Καίσαρα και Πομπήιου και το 48 π.Χ., ακολουθώντας την πολιτική του Κοινού των Θεσσαλών, τάχθηκαν με το μέρος του Πομπήιου με ολέθριες γι’ αυτούς συνέπειες. Αρνήθηκαν να ανοίξουν τις πύλες τους στο στρατό του Καίσαρα και εκείνος ύστερα από πολιορκία κατέλαβε και λεηλάτησε ολόκληρη την πόλη, σκοτώνοντας πολλούς Γομφείς.

    Βυζαντινοί Χρόνοι

    Στους χρόνους του Βυζαντίου και ειδικότερα στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού τον 6ο αι. μΧ, η οχύρωση της πόλης ίων Γόμφων ισχυροποιήθηκε και κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή η πόλη έγινε έδρα Επισκόπου (Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, Δ’, 3). Η Επισκοπή Γόμφων υπαγόταν στη Μητρόπολη της Λάρισας και διατηρήθηκε μέχρι την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πριν το 1601 συγχωνεύτηκε στην Επισκοπή Φαναριού. Στους βυζαντινούς χρόνους η πόλη ήταν τιμάριο κάποιου Σπαχή Αλβανού, του Θεόδωρου Μουζάκ. Για τα γύρω χωριά, το καθένα με τη δική του ιστορία και πορεία στο χρόνο, έχουμε ελάχιστες πληροφορίες κυρίως από θεσσαλικά χειρόγραφα (15ος-18ος αι.). Η καταστροφή του αρχειακού υλικού, δυστυχώς, εξαιτίας των ατελείωτων περιπετειών του Έθνους, υπήρξε ανεπανόρθωτη.

    Τουρκοκρατία

    Μοναστηριακά χειρόγραφα μαρτυρούν ότι σχεδόν ολόκληρη η περιοχή Μουζακίου στην Τουρκοκρατία ήταν τιμάριο ενός σπαχή από το Φανάρι και ανήκε στο βιλαέτι του Φαναριού. Η Βατσουνιά, το Ελληνόκαστρο, η Γελάνθη, η Κρυοπηγή, η Λαζαρίνα, το Μαυρομμάτι, το Μουζάκι, το Πευκόφυτο, η Πορτή, η Δρακότρυπα και το σημερινό Ανθοχώρι και ονομάζονται σε απογραφές της τουρκικής διοίκησης, σε προθέσεις των Μοναστηριών των Μετεώρων και σε αρχεία του Αλή Πασά ως βυζαντινοί οικισμοί. Σε ενθύμηση του 1574 γίνεται λόγος για ένα παιδομάζωμα στη Λαζαρίνα, ενώ σύμφωνα με απογραφή του 1454/55 το Μαυρομμάτι ήταν χωρισμένο σε δύο τιμάρια, ένα εκ των οποίων ανήκε στο Δούκα Μαυρομμάτη.

    Απελευθέρωση

    Στις αρχές του 1800 ταυτόχρονα με την υπόλοιπη Ελλάδα, γίνονταν στην περιοχή του Μουζακίου αλλά και σε ολόκληρη τη Θεσσαλία, από το Πήλιο μέχρι τα Άγραφα, προσπάθειες για απελευθέρωση. Το επαναστατικό κίνημα και τα αντάρτικα σώματα άρχισαν σιγά-σιγά να οργανώνονται. Έντονος πατριωτισμός και μίσος για τους Τούρκους ήταν τα κυρίαρχα συναισθήματα. Η Θεσσαλία, η περιοχή με τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα στα Χρόνια της Τουρκοκρατίας, έδωσε δυναμικό παρόν στο μεγάλο ξεσηκωμό του Έθνους το 1821. Ωστόσο, παρά την ενεργό συμμετοχή της στον αγώνα, παρέμεινε σκλαβωμένη. Στη συνέχεια ακολούθησε η επανάσταση του 1854. Κάμπος και Άγραφα έγιναν ένα απέραντο πεδίο επιχειρήσεων και το Μουζάκι ένα από τα μεγαλύτερα επαναστατικά κέντρα. Οι Τούρκοι, μετά την καταστολή της εξέγερσης και προκειμένου να εκδικηθούν τους επαναστάτες χωρικούς, αποκεφάλισαν 100 χριστιανούς. Το τίμημα θεσσαλική ύπαιθρο. Η τελευταία απελευθερωτική εξέγερση της Θεσσαλίας (1877-78) και μαζί και του Μουζακίου, ολοκληρώθηκε με επιτυχία, ύστερα από πολλές περιπέτειες, συγκρούσεις με τους Τούρκους και νικηφόρες μάχες που ανάγκασαν την Υψηλή Πύλη να παραχωρήσει, με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τη Θεσσαλία και το Ν. Άρτας στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Το Μουζάκι προσαρτήθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα στις 10/05/1881 με τη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης. Το 1912 ο Δήμος διασπάσθηκε στις Κοινότητες: Μουζακίου, Μαυρομματίου, Γελάνθης, Λαζαρίνας, Βούνιστας, Βρόστιανης, Φλωρεσέων, Κερασέας, Ζερετσίου, Νευροβούνισιας, Σιάμου, Σκλάταινας, Βατσινιάς, Πορτής και Ροπωτού.

    Κατοχή

    Στις 8/6/1943 το ιστορικό Μουζάκι γνώρισε τη σκληρότητα των Ιταλών κατακτητών. Τα ιταλικά ασκέρια ξεκίνησαν από τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα, προκειμένου να χτυπήσουν κάθε επαναστατική αντάρτικη αντίσταση του ΕΛΑΣ στα ορεινά της Δ, Θεσσαλίας και να σκορπίσουν τη φωτιά και τον όλεθρο στο πέρασμα τους. Η είδηση αυτή αναστάτωσε τον άμαχο πληθυσμό του Μουζακίου. Όλοι τότε φεύγουν για τα βουνά και κρύβονται στα δάση του Μουζακίου, εγκαταλείποντας στη διάθεση των κατακτητών ό,τι με κόπο και ιδρώτα είχαν δημιουργήσει στα χρόνια της ειρήνης. Το Μουζάκι, παρά την αντίσταση και την άμυνα λίγων ανταρτών, κάηκε ολοσχερώς. Από τη μανία των Ιταλών δε γλίτωσαν ούτε οι γέροντες και οι άρρωστοι, που είχαν παραμείνει στο χωριό με την ελπίδα ότι δε θα τους πειράξουν οι Ιταλοί. Σκότωσαν όσους βρήκαν μέσα στο χωριό και λεηλάτησαν τα πάντα. Η ίδια μοίρα περίμενε το χωριό Πορτή και μαζί όλα τα γύρω χωριά. Αργότερα, μετά την απελευθέρωση, μια μικρή βοήθεια και του κράτους και με την εργατικότητα των Μουζακιωτών άρχισε η ανοικοδόμηση του Μουζακίου και της γύρω περιοχής, που αναγεννήθηκε μέσα από τα ερείπια της.

  • Στα 10 χλμ. ΒΔ. του αρχαιολογικού χώρου της Ιθώμης και 1,5 χλμ. ΒΑ. του Μουζακίου βρίσκονται οι αρχαί­οι Γόμφοι, η 2η σε μέγεθος πόλη της Εστιατώτιδας μετά την Τρίκκη, στη θέση «Επισκοπή» Μουζακί­ου. Η αρχαία πόλη ιδρύθηκε στο «θεατροειδή» χώρο ενός μακρόστε­νου υψώματος που σήμερα ορίζει ια όρια των Ν. Καρδίτσας και Τρικά­λων. Οι αρχαίοι Γόμφοι έλεγχαν τις δύο εισόδους προς την αρχαία Αμ­βρακία (σημερινή Άρια) και ιη χώ­ρα των Αθαμάνων, δηλ. το στενό πέ­ρασμα της κοιλάδας του Πορταϊκού (σημ. Πύλη) και το δύσβατο πέρασμα του Πάμισου (Μπλιούρη) Ν. του Μου­ζακίου. Ο Πάμισος ποταμός όριζε την αρχαία πόλη στα ΝΑ. Τα τείχη των Γόμφων δεν διακρίνονται στην πεδιάδα, ενώ διατηρούνται στους λόφους που περιβάλλουν την πόλη. Η πόλη ιδρύθηκε τον 4ο π.Χ. αι. μάλ­λον από συνοικισμό κωμών, όπως η Μητρόπολη. Ο Φίλιππος Β’, ο βασι­λιάς της Μακεδονίας, με το πρόσχη­μα της επιθετικότητας των Αθαμά­νων εναντίον των Θεσσαλών έχτισε τo κτίσιμο της νέας πόλης με αποίκους και για μικρό χρονικό διά­στημα έφερε τo όνομα αυτού «Φί­λιπποι ή Φιλιππόπολις» και έκοψε νομίσματα με την επιγραφή «Φιλιπποπολιτών». Μετά τo 330 π.Χ. η πό­λη εμφανίζεται με τo παλιό της όνο­μα Γόμφοι.

    Επειδή οι αρχαίοι Γόμφοι έλεγ­χαν τη διάβαση προς την Αθαμανία και την Ήπειρο, αρκετές φορές υ­πέστησαν πολιορκίες και καταστρο­φές. Έτσι τo 198 π.Χ. τους κατέλαβε ο Αμύνανδρος, βασιλιάς των Αθαμάνων, με ιη βοήθεια ίων Ρωμαί­ων, στη συνέχεια τo 191-185 π.Χ. ο Φίλιππος Ε’ της Μακεδονίας και πο­λύ αργότερα το 48 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας στον εμφύλιο πόλεμο με τον Πομπήιο. Σε απαλλοτριωμένο αγρό (Ιωάν. Γιαννούλη) στα ΝΔ. υ­ψώματα αποκαλύφθηκε, ύστερα από καθαρισμό της, τμήμα της εξωτερι­κής παρειάς του τείχους και πύργοι, κατασκευασμένοι από κατεργασμέ­νους πλίνθους πωρόλιθου με πολύ καλή αρμογή. Τμήμα ίου τείχους και του πύργου αποκαλύφθηκαν επίσης κοντά στην ακρόπολη των αρχαίων Γόμφων και στα ΒΑ. σε δασική έ­κταση προς την πλευρά του δημοτι­κού διαμερίσματος των σημερινών Γόμφων (Ραψίστα). Το τείχος ακο­λουθεί δηλαδή την κορυφογραμμή των λόφων με κατεύθυνση από ΝΑ. προς ΒΔ. και ενισχύεται κατά δια­στήματα με πύργους. Αρχιτεκτονικά υλικά του τείχους της αρχαίας πό­λης χρησιμοποιήθηκαν σε οικοδομή­ματα τόσο στα αρχαία χρόνια μετά την καταστροφή της από τον Καίσα­ρα, όσο και στα νεότερα χρόνια στα γύρω χωριά.

    Μέσα στην αρχαία πόλη ύστερα από σωστικές ανασκαφικές έρευ­νες στον απαλλοτριωμένο αγρό Δημ. Κουντούρη – Νικ. Κρύου, έχουν αποκαλυφθεί τμήματα μεγάλου δη­μόσιου κτιρίου 13,50X8,50 μ., τμήμα δρόμου κατασκευασμένου από σκληρό χώμα, χαλίκια και μικρά κομμάτια κεραμίδων. Επίσης βρέθηκαν κεραμίδες στέγης, όστρακα αγγεί­ων, νομίσματα και άλλα διάφορα ευ­ρήματα.

    Σε άλλον αγρό (Δημ. Καραλή) που βρίσκεται στο μέσον του αρ­χαιολογικού χώρου των Γόμφων, ύ­στερα από εκχέρσωση παλιού αμπε­λιού που αποτελούσε τη βασική καλ­λιέργεια μέχρι και πριν λίγα χρόνια στην περιοχή της Επισκοπής Μουζακίου, αποκαλύφθηκε το μεγαλύτε­ρο τμήμα μεγάλου δημόσιου οικοδομήματος 12X12,50 μ. Στην Α. εξωτε­ρική πλευρά ενός μεγάλου τοίχου βρέθηκαν στη θέση τους 4 βάσεις αναθηματικών στηλών. Ένα ακόμη κτίριο (5,40X4,30 μ.) με βαθμιδωτή κρηπίδα και μεγάλο τμήμα οικίας αποκαλύφθηκαν ΝΔ. του μεγάλου κτιρίου. Οι αρχιτεκτονικές αυτές κα­τασκευές χρονο­λογούνται στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρό­νους. Στον ίδιο χώρο βρέθηκε μαρμάρινη λάρ­νακα «νεοαιτικού» τύπου. Η λάρνακα στην εμπρόσθια κύρια πλευρά φέρει παράσταση «αρπαγής Κόρης», ενώ στην άλλη παριστάνεται αετός από τα φτερά του οποίου εκφύονται φυτικοί πλοχμοί που απολήγουν στις γωνιές σε κεφαλές βοών. Πάνω από τους πλοχμούς δεξιά και αριστερά υπάρ­χει από μία λεοντοκεφαλή. Στον ίδιο αγρό βρέθηκαν μία προτο­μή αυτοκρατορικών χρόνων από ντόπιο ασβεστόλιθο και σπόνδυλοι κιόνων. Τα κινητά ευρήματα είναι τμήματα αγγείων πήλινων και γυά­λινων, κεραμίδες στέγης, νομίσμα­τα από διάφορες ελληνικές πόλεις, μικρό ειδώλιο Κερδώου Ερμή και άλλα.

    Μέσα στην κοίτη του Πάμισου ποταμού προς το ΔΑ Γελάνθης αποκαλύφθηκαν δύο βάθρα γεφυ­ρών, το ένα υστερορωμαϊκής περιό­δου το οποίο είναι κατασκευασμένο από ασβεστολιθικές πέτρες, ορι­σμένες σε β’ χρήση (ίσως από θέ­ατρο) και κεραμικές πλίνθους. Στον ίδιο χώρο έχουν ερευνηθεί αρκετοί τάφοι ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου και κεραμικοί κλίβανοι. Τάφοι κιβωτιόσχημοι έχουν ανασκαφεί και στις κτηματικές περι­φέρειες Μαυρομματίου, Γελάνθης και Παλαιομονάστηρου (Μπελέτσι). Δύο τύμβοι υπάρχουν στην περιο­χή, ένας αριστερά στο δρόμο προς την Γελάνθη και ο δεύτερος στην κτηματική περιφέ­ρεια Γόμφων (Ραψίστα). Στα κινητά ευρή­ματα περιλαμβάνονται κεραμική, στήλες, βάσεις στηλών, νομίσματα, τμήματα γυάλι­νων αγγείων, αντικείμενα παρα­σκευής τροφών, σπόνδυλοι κιόνων και διάφορα άλλα μικρά ευρήματα.

    Οι Γόμφοι έκοψαν δικά τους νο­μίσματα, τα οποία φέρουν τις επι­γραφές ΓΟΜΦΕΩΝ-ΓΟΜΦΙΤΟΥΝ και στις παραστάσεις διακρίνεται ο Ζευς – Παλάμνιος ή Ακραίος, τον οποίο λάτρευαν. Μικρό τμήμα αναθη­ματικής στήλης από την Τρυγόνα Δρακότρυπας, μέσα στην κοιλάδα ίου Πάμισου που παραδόθηκε ανα­φέρεται στο Δία. Το ναό ίου Ακραί­ου Διός τοποθετεί ο Walbank κοντά στο χωριό Βατσουνιά, στο οποίο υπάρχουν όστρακα αγγείων και κε­ραμίδες ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής στη θέση «Κεραμαριό». Εί­ναι γνωστό ότι στους αρχαίους Γόμ­φους λάτρευαν και τον Διόνυσο Κάρπιο, που υποδηλώνει την καλ­λιέργεια της αμπέλου. Στο 2ο Κοινό των Θεσσαλών, μετά το 196 π.Χ. οι Γόμφοι έδωσαν ορισμένους στρατη­γούς, όπως τον Φρύνο, τον γιο του Πόλλιχο, τον Αγαθάνορα κ.ά. Από τις φιλολογικές πηγές και από τα ανα­σκαφικά στοιχεία φαίνεται πως η πόλη των Γόμφων υπήρχε τον 6ο αι. μ.Χ., οπότε ανακαινίστηκε το τείχος από τον Ιουστινιανό, καθώς και ότι υπήρξε έδρα Επισκοπής. Στη γύρω πεδινή περιοχή του Μουζακίου τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει τα αρχαιολογικά δεδομένα.

    Στην κτηματική περιφέρεια Μαυρομματίου στο δρόμο από Μαυρομμάτι προς Γελάνθη υπάρχει η παλιότερη οργανωμένη εγκατάστα­ση ανθρώπων, ο προϊστορικός οικι­σμός «μαγούλα» Γιατρού. Η περι­συλλογή στοιχείων ανθρώπινης δραστηριότητας ύστερα από κατα­στροφή με μεγάλο καλλιεργητή, α­πέδωσε καμένους πηλούς από οικί­ες, πηλούς επάλειψης δαπέδων, πολλά όστρακα αγγείων διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, εργαλεία από πυριτόλιθο, πέτρα, οστά και άλλα αντικείμενα.

    Στον αντίποδα των πεδινών αυ­τών θέσεων αφήνοντας το Μουζάκι και ανεβαίνοντας προς την ορεινή περιοχή της Αργιθέας μέσα από το πέρασμα του Πάμισου ποταμού, συ­ναντούμε πολλές θέσεις σημαντικές από ιστορική και αρχαιολογική άπο­ψη. Στον αριστερό -πηγαίνοντας α­πό το Μουζάκι προς τα ενδότερα- ο­ρεινό όγκο στο χωριό Ελληνόκαστρο (Βουνίσια) ψηλά στην κορυφή σιη θέση «Κάστρο-Αράπης» υπάρ­χουν ερείπια τειχών οχυρού ελληνι­στικής περιόδου, που δεσπόζει σ’ όλη την περιοχή και ελέγχει την πε­διάδα και τις Δ. διαβάσεις προς τη σημερινή λίμνη Ν. Πλαστήρα. Αρχαί­α τείχη αναφέρονται και στο χωριό Ανθοχώρι (Φλορέσι) στη θέση «Τσιαπατούρι».

    Στον αντίπερα ορεινό όγκο, στο όρος Ίταμος που ταυτίζεται με το αρχαίο «Κερκέτιον Άκρον» και που ορθώνεται ως φυσικό τείχος ανάμεσα στη Δ. Θεσσαλική πεδιά­δα και τα βουνά της Πίνδου, υπάρ­χουν αρκετά ερείπια αρχαίων οικι­σμών και οχυρών, αναδείχνοντας τη στρατηγική σημασία του χώρου. Ανεβαίνοντας το βουνό στην περι­φέρεια του χωριού Πορτή, στα Ν. αυτού στη θέση «Παλιόκαστρο» υ­πάρχουν τα λείψανα τείχους και ορισμένων κτισμάτων ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Σε αρκετά σημεία (κυρίως στην Α. και Δ πλευ­ρά» το τείχος διατηρείται οε ικανό ύψος, είναι δε κατασκευασμένο α­πό μεγάλες πλίνθους από φαιό ντό­πιο ασβεστόλιθο. Μέσα στον αρ­χαιολογικό χώρο υπάρχουν λείψανα κτισμάτων και πολλά τμήματα κερα­μίδων στέγης και αγγείων.

    Βορειότερα από το χωριό Πορτή στη θέση «Σουβλερό», σε μια βραχώδη και απότομη στενόμακρη κορυφή του όρους διατηρούνται τα ερείπια μιας ισχυρής επιμήκους ο­χυρωματικής κατασκευής ελληνιστι­κής εποχής. Σώζεται σε ύψος 2,60 .μ. και είναι καλοκτισμένη στην Α. πλευρά με πλίνθους ντόπιου ασβε­στόλιθου, όπου προεξέχει ορθογώ­νιος πύργος, ενώ στη Δ. δεν υπάρ­χουν ερείπια τείχους, καθώς το βου­νό είναι τελείως απότομο και φυσι­κά οχυρό. ΒΔ. της πιο πάνω θέσης σε πιο ψηλή κορυφή στη θέση «Πύργος» βρίσκονται τα ερείπια άλ­λης οχυρωματικής κατασκευής, ελ­ληνιστικής επίσης εποχής. Οι δύο α­ναφερόμενες κατασκευές βρίσκο­νται πράγματι σε περίοπτες στρατη­γικές θέσεις και ελέγχουν τις δια­βάσεις από την πεδιάδα της Θεσσα­λίας προς τα βουνά της Πίνδου. Δ της θέσης «Πύργος» και Β. του χω­ριού Πορτή σε πλατώματα του βου­νού Ίταμος, υπάρχουν λείψανα οι­κοδομημάτων και τάφοι ελληνιστι­κής και ρωμαϊκής περιόδου.

    Σε μία από τις πιο πάνω αναφε­ρόμενες θέσεις του δημοτικού δια­μερίσματος Πορτής πρέπει να τοπο­θετήσουμε το «Αθήναιον», (σ’ αυ­τό συμφωνούν και αρκετοί περιηγη­τές) το οποίο αναφέρεται ως Αθαμανικό στα όρια με ιη Μακεδονία (εδώ Μακεδονία νοείται η περιοχή των αρχαίων Γόμφων, η οποία πολ­λές φορές ανήκε στους Μακεδό­νες) και καταλήφθηκε από το βασι­λιά Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας το 189 π.Χ.

    Στο δημοτικό διαμέρισμα του σημερινού Δήμου Μουζακίου, την Οξυά και στη θέση «Διαλώνια» έ­χουν ερευνηθεί ορισμένοι τάφοι ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιό­δου. Στην επάνω επιφάνεια τμήμα­τος κυλινδρικού λίθου από τη θέ­ση «Σπίτια» υπάρχει περιμετρικά η επιγραφή ΕΥΡΥΔΑΜΟΥ και χρονολογείται στο τέλος του 2ου με αρχές του 1ου π.Χ. αι. Στο μέσον της επιφάνειας δια­μέτρου 20 εκ., υπάρχει μολυβδοχρόων και σιδερένιο στέ­λεχος για τη στήριξη κάποιου α­ναθήματος.

  • Πανέμορφα πέτρινα τοξωτά γεφύρια στολίζουν το Δήμο Μουζακίου. Το γεφύρι της Βαισουνιάς εξυπηρετούσε τους κατοίκους των χωριών της Δ. Αργιθέας, καθιστώντας εφικτή την επικοινωνία με το Μουζάκι. Όμορφο και επιβλητικό είναι το τοξωτό γεφύρι η «καμάρα», στο Ανθοχώρι που συνδέει το μονοπάτι Νεβρόπολης – Αργιθέας. Επίσης στην Πορτή σώζεται το παλιό πέτρινο τοξωτό γεφύρι, η «Παλαιοκαμάρα», που σύμφωνα με την παράδοση είναι έργο του Αγ. Βησσαρίωνος.

Αξιοθέατα

Πηγή :Με την ευγενική παραχώρηση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού www.visitgreece.gr,  Δήμος Μουζακίου  http://www.mouzaki.gr/
Βικιπαιδεια 
φωτο  – http://www.mouzaki.gr/

Το MOUZAKI PALACE HOTEL & SPA, το νέο κόσμημα της δυτικής Θεσσαλίας, είναι χτισμένο σε λόφο στις παρυφές της πόλης του Μουζάκι. Περιτριγυρισμένο από ένα δάσος από βελανιδιές και καστανιές, προσφέρει πανοραμική θέα στην πόλη και στην πεδιάδα της Θεσσαλίας, σε ένα φυσικό τοπίο που θα σας μαγέψει …
Το ξενοδοχείο απέχει μόλις 20 λεπτά από την πόλη της Καρδίτσας και 15 λεπτά από την πόλη των Τρικάλων, καθιστώντας το κέντρο των πιο δημοφιλών προορισμών…
…….περισσότερα εδώ

Παραδοσιακή Ταβέρνα & Ξενώνας  Δρακότρυπα Καρδίτσας   Τηλ: 24450 61470 – Fax: 24450 61064   Κιν: 6974758259-6977085668   Email: info@keramario.gr …περισσότερα εδώ

 Ο ξενώνας Αλκιβιάδης βρίσκεται στο χωριό Καλή Κώμη, στο δήμο Αργιθέας του νομού Καρδίτσας.  Απέχει 65 χλμ. από το Μουζάκι και 27 χλμ. από την έδρα του δήμου, το Ανθηρό.  Ο ξενώνας διαθέτει έξι άνετα, ευρύχωρα και πλήρως εξοπλισμένα δωμάτια.Δύο τρίκλινα και τέσσερα δίκλινα. Διαθέτουν όλα μπάνιο / wc, κλιματισμό, τηλεόραση και μπαλκόνι…περισσότερα εδώ