ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ



Booking.com

Μεγαλόπολη

Η Μεγαλόπολη ονομαζόταν Μεγάλη Πόλις ή Μεγάλα Πόλις στη δωρική διάλεκτο. Μεταγενέστερη υπήρξε η ονομασία Μεγαλόπολις.

Είναι χτισμένη στο ομώνυμο οροπέδιο σε υψόμετρο 430μέτρων, κοντά στη θέση της αρχαίας πόλης.

Η Μεγαλόπολη χτίστηκε με προτροπή του Επαμεινώνδα το 370 π.Χ., με σκοπό να αποτελέσει ένα κέντρο για όλους τους Αρκάδες και έναν αντίπαλο πόλο δύναμης στη γειτονική της Σπάρτη. Για να κατοικηθεί η πόλη μετακινήθηκαν κάτοικοι από 40 αρκαδικά χωριά και αρκετοί είλωτες που είχαν δραπετεύσει, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι ποτέ αυτή η πόλη δε θα φερόταν φιλικά στη Σπάρτη. Μετά το 337 π.Χ. η πόλη συντάχθηκε με τους Μακεδόνες. Το 331 π.Χ. πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Το 223 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης Γ΄ την κατέλαβε και την έκαψε, αλλά οι κάτοικοί της σώθηκαν ακολουθώντας τον Φιλοποίμενα στην Μεσσηνία. Το 208 π.Χ., ο Φιλοποίμην ως στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας την ανοικοδόμησε. Αργότερα, η πόλη καταστράφηκε οριστικά.

Στην τουρκοκρατία κατοικείτο από Τούρκους και ονομαζόταν Σινάνου, το οποίο ήταν και το Βυζαντινό της όνομα. Το σημερινό της όνομα δόθηκε μετά τον σχηματισμό του Ελληνικού κράτους, με βασιλικό διάταγμα του 1836. Από το 1834 υπήρξε έδρα του δήμου και της επαρχίας Μεγαλόπολης.

Τη δεκαετία του 1960 η ΔΕΗ ξεκίνησε την εξόρυξη λιγνίτη στην περιοχή και κατασκευάστηκαν τα μεγάλα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια που λειτουργούς έως σήμερα.

Η σημερινή Μεγαλόπολη ανήκει αυτοδιοικητικά στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, και είναι ένας από τους πέντε συνολικά δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας και είναι πλέον μία σύγχρονη πόλη με 11.030 κατοίκους σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011 της ΕΛΣΤΑΤ.

 

  • Η Μεγαλόπολη χτίστηκε με προτροπή του Επαμεινώνδατο 370 π.Χ., με σκοπό να αποτελέσει ένα κέντρο για όλους τους Αρκάδες και έναν αντίπαλο πόλο δύναμης στη γειτονική της Σπάρτη.

    Για να κατοικηθεί η πόλη μετακινήθηκαν κάτοικοι από 40 αρκαδικά χωριά και αρκετοί είλωτες που είχαν δραπετεύσει, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι ποτέ αυτή η πόλη δε θα φερόταν φιλικά στη Σπάρτη. Μετά το 337 π.Χ. η πόλη συντάχθηκε με τους Μακεδόνες.

    Το 331 π.Χ. πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Εκεί,τον ίδιο χρόνο, συγκρούστηκαν οι Σπαρτιάτες και οι συμμαχοί τους με τους Μακεδόνες και τους δικούς τους συμμάχους, που είχαν φτάσει για να βοηθήσουν τη Μεγαλόπολη.

    Οι Μακεδόνες κατάφεραν να νικήσουν, σβήνοντας έτσι κάθε ελπίδα των Σπαρτιατών για ανασύσταση της ηγεμονίας τους. Στη μάχη σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης, Άγις Γ΄. Τους Μακεδόνες διοικούσε ο Αντίπατρος.
    Το 223 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης Γ΄ την κατέλαβε και την έκαψε, αλλά οι κάτοικοί της σώθηκαν ακολουθώντας τον Φιλοποίμενα στην Μεσσηνία.

    Το 208 π.Χ., ο Φιλοποίμην ως στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας την ανοικοδόμησε. Αργότερα, η πόλη καταστράφηκε οριστικά.

    Στην τουρκοκρατία κατοικείτο από Τούρκους και ονομαζόταν Σινάνο, το οποίο ήταν και το Βυζαντινό της όνομα. Το σημερινό της όνομα δόθηκε μετά τον σχηματισμό του Ελληνικού κράτους, με βασιλικό διάταγμα του 1836.

    Από το 1834 υπήρξε έδρα του δήμου και της επαρχίας Μεγαλόπολης.

    Τη δεκαετία του 1960 η ΔΕΗ ξεκίνησε την εξόρυξη λιγνίτη στην περιοχή και κατασκευάστηκαν τα μεγάλα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια που λειτουργούν έως σήμερα

    Στις 5 Απριλίου του 1965 ισχυρότατος σεισμός χτύπησε την Πελοπόννησο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Αστεροσκοπείου Αθηνών “Την 5.13’22” ανεγράφη υπό των σεισμογράφων ισχυρά σεισμική δόνησις, προερχομένη εξ αποστάσεως 165 χιλιομέτρων δυτικά-νοτιοδυτικά των Αθηνών”.

    Ο σεισμός χτύπησε πριν από την ανατολή του ηλίου, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να μην προλάβουν να βγουν από τα σπίτια τους.

    Απολογισμός: δεκαεπτά νεκροί, ανάμεσά τους πολλά παιδιά, και περισσότεροι από διακόσιοι τραυματίες. Η Μεγαλόπολη υπέστη και τις φοβερότερες ζημιές, με το 80% των σπιτιών να χαρακτηρίζονται ακατοίκητα καθώς ακόμα και εκείνα που δεν κατέρρευσαν αμέσως ήταν πλέον ετοιμόρροπα.

    Πολλά από τα χωριά της περιοχής κυριολεκτικά εξαλείφθηκαν.

    Η σημερινή Μεγαλόπολη, κοντά στη θέση της αρχαίας πόλης, είναι πλέον μία σύγχρονη πόλη με 5.779 κατοίκους (απογραφή 2011).

    Έχει σιδηροδρομικό σταθμό.

Αξιοθέατα

  • Στην Τοπική Κοινότητα Φαλαισίας έχει δημιουργηθεί Λαογραφικό Μουσείο με πλούσια συλλογή από παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα, υφαντά καθώς και αγροτικά εργαλεία και οικιακά σκεύη που καλύπτει χρονικά τις αρχές του 19ου αι. ως τα μέσα του 20ού αι.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -Λαογραφικό Μουσείο Φαλαισίας
  • ΑΡΧΑΙΟ ΟΧΥΡΟ «ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΩΝ»

    Στα ΝΑ του Σκορτσινού και αμέσως ανατολικά από τις πηγές του Ευρώτα (κεφαλάρι «Λογαρά») υψώνεται με απότομες πλαγιές ο περίοπτος λόφος Χελμός (υψόμ. 770μ.) που παρεμβάλλεται μεταξύ της λεκάνης της Μεγαλόπολης και της λεκάνης του Ευρώτα βόρεια της Σπάρτης. Από την κορυφή του η ορατότητα προς τη Μεγαλοπολίτιδα φθάνει μέχρι την Καρύταινα και τη Στεμνίτσα, ενώ προς τη Λακωνική μέχρι τη Σελλασία και σχεδόν τις παρυφές της Σπάρτης.

    Η καίριας στρατηγικής σημασίας επίκαιρη θέση του λόφου στα όρια, από την αρχαιότητα, της Αρκαδίας με τη Λακωνία και δίπλα από τον οδικό άξονα που συνδέει τις δύο αυτές περιοχές, είχε σαν επακόλουθο τη διαχρονική οχύρωσή του με ισχυρές οχυρώσεις.

    Στο πλάτωμα της κορυφής του και περιμετρικά από αυτό σώζονται μέχρι σήμερα σημαντικά κατάλοιπα αρχαίου οχυρού. Το εξωτερικό τείχος του οχυρού είναι χτισμένο με μεγάλους αργούς λίθους, έχει περίμετρο σχεδόν 2χλμ. (1.955,65μ.) και περικλείει όλο το μεγάλης έκτασης (191.265,00τ.μ.) πλάτωμα της κορυφής. Στο νότιο μέρος του πλατώματος που έχει και το μεγαλύτερο υψόμετρο, μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τείχους είναι χτισμένο εγκάρσιο τείχος και έτσι στο νότιο πλάτωμα, όπου είναι και το εξωκλήσι του Αγ. Κωνσταντίνου, σχηματίζεται το κεντρικό (ή άνω) οχυρό που έχει περίμετρο 896,70μ. και περικλείει έκταση 39.491,23τ.μ.. Το σύνολο των ισχυρών οχυρώσεων ενισχύεται με 33 ημικυκλικούς πύργους.

    Τα σημαντικά κατάλοιπα του αρχαίου αυτού οχυρού ταύτισε πρώτος το 1895 ο σπουδαίος Άγγλος αρχαιολόγος W. Loring, που έκανε αυτοψία και ερεύνησε το χώρο, με το περίφημο οχυρό «Αθήναιον» που ήταν η ακρόπολη της αρχαίας πόλης Βελεμίνας. Σχετική δημοσίευση με φωτογραφίες και σχεδιαστική τοπογραφική αποτύπωση των οχυρώσεων, μεγάλης ακρίβειας για τα μέσα της εποχής του, έκανε ο W. Loring στο περιοδικό «The Journal of Hellenic Studies», Vol. XV, London 1895, σελ. 39–41 & 71–74.

    Στο οχυρό «Αθήναιον» αναφέρονται οι Πολύβιος (Ιστοριών Β΄ και Δ΄) και Πλούταρχος (Κλεομένης). Ο Πολύβιος ως Μεγαλοπολίτης το αποκαλεί «το των Μεγαλοπολιτών Αθήναιον», ο δε Πλούταρχος «το περί την Βέλβιναν Αθήναιον». Όπως παραδίδουν οι αρχαίοι ιστορικοί αυτοί, το οχυρό, που υπήρξε το μήλο της έριδας Μεγαλοπολιτών και Σπαρτιατών, άλλαξε πολλές φορές χέρια μεταξύ των δύο αυτών αντιμαχόμενων.

    Το 229 π.Χ., κατά την έναρξη του «Κλεομενικού πολέμου» μεταξύ της Σπάρτης και της Αχαϊκής Συμπολιτείας στην οποία είχε προσχωρήσει το 234 π.Χ. και η Μεγαλόπολη, ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Γ΄ αφού κατέλαβε το λόφο του Αθήναιου (Χελμού) έχτισε το οχυρό.

    Το 224 π.Χ. το οχυρό περιήλθε στους Μεγαλοπολίτες όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αντίγονος Δώσωνας, που ήλθε στην Πελοπόννησο με στρατό προς βοήθεια της Αχαϊκής Συμπολιτείας, έδιωξε από αυτό τη φρουρά του Κλεομένη και τους το παρέδωσε.

    Το 223 π.Χ. το οχυρό περιήλθε πάλι στους Σπαρτιάτες όταν ο Κλεομένης το χειμώνα του έτους αυτού επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και απροσδόκητα στη Μεγαλόπολη και αφού την κατέλαβε την κατέστρεψε.

    Το 222 π.Χ. ο Αντίγονος Δώσωνας μαζί με την Αχαϊκή Συμπολιτεία νίκησαν τον Κλεομένη σε φονική μάχη που έγινε τον Ιούλιο στη Σελλασία και το οχυρό περιήλθε πάλι στους Μεγαλοπολίτες.

    Το 219 π.Χ. νέος βασιλιάς της Σπάρτης έγινε ο Λυκούργος ο οποίος πολιόρκησε το «Αθήναιον» και το κατέλαβε και έτσι το οχυρό περιήλθε για ακόμη μια φορά στους Σπαρτιάτες.

    Το 218 π.Χ. τέλος, ήλθε με στρατό για βοήθεια στην Αχαϊκή Συμπολιτεία ο νέος βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε΄, ο οποίος στη μέση του χειμώνα του έτους αυτού κατέληξε στη Μεγαλόπολη όπου και στρατοπέδευσε. Όπως δε παραδίδει (σε μετάφραση) ο Πολύβιος (Ιστοριών Δ΄ 81): «Οι Λακεδαιμόνιοι επειδή φοβήθηκαν την παρουσία του Φιλίππου, ξεσήκωσαν τα πράγματα από την ύπαιθρο, κατέστρεψαν συθέμελα το Αθήναιον των Μεγαλοπολιτών και το εγκατέλειψαν».

    Το «Αθήναιον» λοιπόν χτίστηκε από τους Σπαρτιάτες το 229 π.Χ. στην κορυφή του λόφου Χελμού Σκορτσινού και καταστράφηκε από τους ίδιους το 218 π.Χ. προκειμένου να μην χρησιμοποιείται εναντίον τους από τους Μεγαλοπολίτες. Είναι αρχαίο οχυρό των ελληνιστικών χρόνων.

    Στη δυτική πλαγιά του Χελμού, κοντά στη μεγάλη πηγή που υπάρχει στην τοποθεσία «Συκαμιά» από την οποία υδρεύεται το Σκορτσινού, βρέθηκε κάτω από το έδαφος χάλκινο ειδώλιο ιππέα των αρχαϊκών χρόνων (γύρω στο 520 π.Χ.) που φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το σημαντικό και σπανιότατο αυτό εύρημα ήταν ανάθημα, δηλαδή αφιέρωμα – προσφορά σε ιερό και εν προκειμένω ασφαλώς στο ιερό της Αθηνάς που υπήρχε σε άγνωστη θέση στο λόφο, από το οποίο ο λόφος και το οχυρό του λέγονταν Αθήναιον. Πιθανότατα το ιερό της Αθηνάς ήταν εκεί στην τοποθεσία «Συκαμιά» κοντά στην πηγή που βρέθηκε το ειδώλιο.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -ΑΡΧΑΙΟ ΟΧΥΡΟ «ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΩΝ»
  • ΝΕΟΛΙΘΙΚΟ ΣΠΗΛΑΙΟ «ΤΡΟΥΠΙΤΣΕΣ» ΣΚΟΡΤΣΙΝΟΥ

    Στη δυτική πλαγιά του λόφου στη ράχη του οποίου είναι το χωριό Σκορτσινού, είναι η τοποθεσία «Τρουπίτσες» που λέγεται έτσι καθώς εκεί υπάρχουν πολλά σπήλαια, ένα από τα οποία είναι του «Κουνέλη η Τρούπα» ή όπως λεγόταν παλαιότερα του «Βούρδουλα η Τρούπα» ή «Τυρότρουπα».

    Το σπήλαιο αυτό εξερεύνησε το 1996 ομάδα του Σπηλαιολογικού Ελληνικού Εξερευνητικού Ομίλου (ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο.) περνώντας από στενό άνοιγμα μόλις 35 εκατοστών και με έκθεση στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος γνωστοποίησε την ύπαρξη αρχαιολογικών ευρημάτων στο εσωτερικό του. Η Εφορεία αυτή το καλοκαίρι του 2004 διενήργησε αυτοψία, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη διάσπαρτης επιφανειακής κεραμικής της Τελικής Νεολιθικής εποχής και τον Ιούλιο του 2005 πραγματοποίησε σωστικού χαρακτήρα έρευνα του σπηλαίου με επιστημονική αποστολή επικεφαλής της οποίας ήταν η αρχαιολόγος της Εφορείας Ιωάννα Ευσταθίου.

    Η σημερινή είσοδος του σπηλαίου είναι ιδιαίτερα στενή και βαραθρώδης και χρειάσθηκε να διανοιχτεί περαιτέρω σε διαστάσεις 0,50Χ0,40μ. για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε αυτό και της διενέργειας των εργασιών. Από την είσοδο ακολουθεί κατακόρυφο κατέβασμα ύψους περίπου 2,5μ. μέχρι το δάπεδο του σπηλαίου και απαιτείται η χρήση σχοινιού ή σκάλας.

    Το σπήλαιο αναπτύσσεται με προσανατολισμό ΒΔ–ΝΑ σε συνολικό μήκος 40μ. Η κύρια αίθουσα έχει μέγιστο μήκος 30μ. και μέγιστο πλάτος 7,5μ. στο δε βόρειο όριό της σχηματίζεται απότομο πρανές, ύψους περίπου 3μ., που οδηγεί σε κατώτερο επίπεδο μέγιστου μήκους 32μ. και πλάτους 4,5μ.

    Πληθώρα κεραμικής υπήρχε επιφανειακά σε όλη την κύρια αίθουσα, στα πρανή, σε κόγχες του σπηλαίου καθώς και στο κατώτερο επίπεδό του. Η κεραμική που προήλθε τόσο από τις δοκιμαστικές τομές που έγιναν όσο και από την επιφανειακή περισυλλογή, σώζεται σε αποσπασματική κατάσταση και χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική (4200–3300 περίπου π.Χ.). Εκπροσωπείται στην πλειοψηφία της από τμήματα άβαφων χρηστικών αγγείων, ανοικτών και κλειστών. Ως προς τα σχήματα των αγγείων κυριαρχούν οι πίθοι, τα πιθοειδή αγγεία και τα βαθειά ανοιχτά αγγεία. Ένα μικρότερο ποσοστό της κεραμικής ανήκει σε ημισφαιρικές φιάλες.

    Εκτός από την κεραμική, στα ευρήματα του σπηλαίου συγκαταλέγονται λεπίδες οψιανού, μία μισχωτή αιχμή βέλους από οψιανό, ένας πέλεκυς, ένας τριπτήρας, λίγα δείγματα λεπίδων και φολίδων πυριτόλιθου, θραύσματα λίθινων εργαλείων από οψιανό και πυριτόλιθο, μία λίθινη και μία οστέινη ψήφος περιδεραίου, λίγες ψήφοι από οστό και όστρεο και ένα ταινιωτό έλασμα χαλκού. Στα οστέινα εργαλεία ανήκει θραύσμα από είδος σουβλιού που έχει κατασκευασθεί σε τμήμα κνήμης λαγού, στα δε κεράτινα κέρατο ελαφιού με διαμπερή οπή ως στοιχείο στειλέωσης σύνθετου εργαλείου.

    Στο σπήλαιο βρέθηκαν επίσης διάσπαρτα ανθρώπινα οστά, καθώς και ζωοαρχαιολογικά κατάλοιπα που ανήκουν τόσο σε οικόσιτα ζώα, όπως αιγοπρόβατα και βοοειδή, όσο και σε είδη κυνηγίου, όπως ελάφι, ζαρκάδι, λαγός και αγριόχοιρος. Στη δοκιμαστική τομή στην κύρια αίθουσα βρέθηκε ακόμη διάσπαρτο κάρβουνο καθώς και τμήμα εστίας.

    Στον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο του σπηλαίου βρέθηκαν αρκετά θραύσματα οψιανού καθώς και λίγα φθαρμένα άβαφα νεολιθικά όστρακα που σε συνδυασμό με τη γειτνίαση του σπηλαίου με πηγές νερού (πηγές Ευρώτα), οι αρχαιολόγοι θεωρούν πολύ πιθανό το σπήλαιο να σχετίζεται με κάποιο γειτονικό ανοιχτό νεολιθικό οικισμό.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -ΝΕΟΛΙΘΙΚΟ ΣΠΗΛΑΙΟ «ΤΡΟΥΠΙΤΣΕΣ» ΣΚΟΡΤΣΙΝΟΥ
  • Δίπλα από τo Λεοντάρι και πάνω στον λόφο που δεσπόζει στο χωριό υπάρχουν τα ερείπια μεσαιωνικού φράγκικου κάστρου. Η περιοχή ανήκε σε μια από τις σημαντικότερες φράγκικες βαρονίες της Πελοποννήσου, ονομαζόμενη Βελιγοστή. Η στρατηγική του θέση ανέδειξε το Λεοντάρι την περίοδο της φραγκοκρατίας σε εμπορικό και διοικητικό κέντρο όλης της περιοχής.

    Το Λεοντάρι αναπτύχθηκε ραγδαία μετά από την καταστροφή της Βελιγοστής. Μάλιστα, από το 1300 μέχρι το 1391 αποτελούσε την έδρα των δεσποτών του Μοριά. Το 1391 καταλήφθηκε από τους Τούρκους υπό τον Εβρενόζ Πασά. Σύντομα όμως οι Τούρκοι έφυγαν και το Λεοντάρι επανήλθε στους Βυζαντινούς.

    Στο κάστρο σώζονται υπολείμματα της οχύρωσης και μιας δεξαμενής. Κοντά στην είσοδό του υπάρχει η επίσης ενδιαφέρουσα βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, χαρακτηριστικό δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής.
     
    Τις μεγάλες του δόξες, όμως, φαίνεται πως τις γνώρισε στα βυζαντινά χρόνια, καθώς δεν αποτέλεσε απλώς μια ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που διαδέχτηκε τον φράγκικο οικισμό της Βελιγοστής, αλλά στο πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε στην δεύτερη σημαντικότερη πόλη του Δεσποτάτου του Μυστρά, ενώ για περιορισμένα χρονικά διαστήματα διεκδίκησε και τον τίτλο της πρωτεύουσας του, περί το 1391, λόγω της στρατηγικής θέσης που κατείχε το ονομαστό του κάστρο.

    Το οχυρό αυτό ήταν και η βασική αιτία που το Λεοντάρι δεν έχασε την λάμψη του, ούτε στα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, καθώς τόσο οι Βενετοί κατακτητές, όσο και οι Τούρκοι, συγκρούστηκαν αρκετές φορές στην προσπάθεια τους να το θέσουν υπό τον δικό τους έλεγχο, ενώ ανεξαρτήτως της δύναμης που το κυρίευε ο οικισμός διατηρούσε τον τίτλο της ομώνυμης επαρχίας.

    Η στρατηγική του σημασία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε για μια χρονική περίοδο μετατρέπεται σε έδρα του Τούρκου πασά της Πελοποννήσου, ενώ αργότερα και ύστερα από την οριστικοποίηση της επικράτησης των Τούρκων στην Πελοπόννησο, το Λεοντάρι εξακολούθησε να κατέχει τον ρόλο πρωτεύουσας σε μία από τις 24 επαρχίες- βιλαέτια, στην οποία χώρισαν τον Μοριά οι κατακτητές.

    Ενδεικτικό άλλωστε της σπουδαιότητας του κάστρου για τον εκάστοτε κύριο της περιοχής είναι ότι η μισθοδοσία της φρουράς του, γινόταν απευθείας από τον ίδιο τον σουλτάνο, τακτική που ίσχυε για τα σημαντικά φρούρια, όπως ήταν εκείνα του Μυστρά, του Ναυπλίου, της Πάτρας, του Ναυαρίνου, της Μεθώνης και της Κορώνης.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -Κάστρο Λεονταρίου
  • Ναός Αγίων Αποστόλων Τ.Κ. Λεονταρίου

    Βρίσκεται στη κεντρική πλατεία του Λεονταρίου και είναι κτίσμα του 14ου αιώνα. Είναι μικτού τύπου, βασιλικής και εξελιγμένου βυζαντινού ρυθμού και είναι ένα αριστούργημα της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Διακοσμείται από τοιχογραφίες εξαιρετικής βυζαντινής τεχνοτροπίας, κομψό μαρμάρινο τέμπλο βυζαντινού ρυθμού καθώς και πολύχρωμο ψηφιδωτό δάπεδο.

    Αρχιτεκτονικός τύπος του μεικτού ναού, δηλαδή τρίκλιτη βασιλική στο ισόγειο και σταυροειδής εγγεγραμμένος στον όροφο, του σύνθετου τετρακιόνιου τύπου, με πέντε τρούλους.

    Ανατολικά, η κεντρική αψίδα είναι πεντάπλευρη ενώ οι δύο πλάγιες είναι ημιεξαγωνικές. Δυτικά, ο νάρθηκας είναι διώροφος με τρούλο.

    Εκοσμείτο αρχικά με τοιχογραφίες πολύ καλής Παλαιολόγειας τέχνης του 14ου αιώνα, που σήμερα καλύπτονται σε μεγάλο μέρος από μεταγενέστερα επιχρίσματα.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -Ναός Αγίων Αποστόλων
  • Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Μεγάλης Πόλης βρίσκεται 3χιλ. έξω από την σημερινή πόλη της Μεγαλόπολης, κοντά στο δρόμο Μεγαλόπολης-Καρύταινας, και 35 χλμ. από την Τρίπολη. Κοντά κοιλά ο ποταμός Ελισσών που εκβάλει στον Αλφειό.

    Το θέατρο Μεγαλόπολης ήταν το μεγαλύτερο του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

    Αποτέλεσε σπουδαίο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο τον 3ο αιώνα π. Χ. για την Μεγάλη Πόλη και το Αρκάδων Κοινό μαζί με το Θερσίλειο βουλευτήριο, την Αγορά, τα Ιερά, τη Φιλίππειο Στοά.

    Εδώ γαλουχήθηκαν άνδρες του πνεύματος όπως ο Κερκιδάς, ο Πολύβιος, ο Έκδημος, ο Μεγαλοφάνης αλλά και στρατηγικά πνεύματα: ο Φιλοποίμην, ο Λυκόρτας, ο Διοφάνης. Μας συντροφεύει 110 χρόνια περίπου, αφού ήρθε στο φως το 1890-1891.

    Η σκαπάνη της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής αποκάλυψε την ορχήστρα, τις προεδρίες τα χαμηλότερα λίθινα εδώλια, τα επιβλητικά αναλήμματα των παρόδων καθώς και τα θεμέλια της σκηνοθήκης ενώ καθαρίστηκαν τα θεμέλια του Θερσίλειου και της προς το θέατρο στοάς του.

    Με σεβασμό θυμόμαστε τα ονόματα των αρχαιολόγων Ernest Gardner, William Loring, G. Richards, W. Woodhouse καθώς και του αρχιτέκτονα Robert Schultz.

    Βρίσκεται απέναντι από την αρχαία αγορά και θα υπήρχε γέφυρα πάνω από τον Ελισσώνα ποταμό που θα τη συνέδεε μ΄ αυτή. Μας εντυπωσιάζει το μέγεθός του.

    Υπολογίζεται ότι μπορούσαν να καθίσουν 18-20 χιλιάδες θεατές. Αν αναλογιστούμε όμως ότι η Μεγάλη Πόλις ήταν συνοικισμός 40 περίπου πολιχνών κατανοούμε ότι σχεδιάστηκε έτσι για να φιλοξενεί τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων τους, τις πολιτικές συγκεντρώσεις της αρκαδικής ομοσπονδίας και παράλληλα τις θεατρικές παραστάσεις.

    Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει το μεγαλύτερο αρχαίο ελληνικό θέατρο, το Θερσίλειο Βουλευτήριο και λείψανα της αρχαίας Αγοράς στην οποία περιέχονται τα Ιερό του Διός και του Σωτήρος, η Φιλίππειος Στοά και η Στοά Μυρόπολις.

    Κεντρικό μνημείο είναι το Αρχαίο Θέατρο, το οποίο αποτελεί μεγάλη μαρτυρία της κραταιάς Αρκαδικής Ομοσπονδίας και της πανίσχυρης Μεγάλης Πόλεως, της νεώτερης πόλης της αρχαίας Αρκαδίας, που γνώρισε αίγλη και μεγαλείο, αλλά χάθηκε μέσα σε δύο αιώνες.

    Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, “Η δε επέκεινα του ποταμού μοίρα η κατά μεσηβρίαν παρείχετο ες μνήμην θέατρον μέγιστον των εν τη Ελλάδι” (Παυσ. VIII 32.1), το θέατρο ήταν το μεγαλύτερο και αρχαιότερο θέατρο της αρχαίας Ελλάδας.

    Κατασκευάστηκε από τον Αργείτη Πολύκλειτο λίγο μετά το 370 π.χ. Το κοίλο είχε διάμετρο 145 μ., ενώ η ορχήστρα του 30 μ. περίπου.

    Θεωρείται ότι το κοίλο περιελάμβανε δύο διαζώματα, με 20 σειρές εδωλίων στα δύο κατώτερα μέρη του και 17 στο ανώτερο μέρος.

    Κατόπιν τούτου υπολογίζεται πως η χωρητικοτητά του ήταν 18.200 θεατές περίπου. To θέατρο είχε σχεδιαστεί τόσο μεγάλο για να εξυπηρετεί τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των συνοικισμένων στην Μεγαλόπολη 40 αρκαδικών πόλεων καθώς και όλων των Αρκάδων που ήθελαν να παρευρεθούν σ’ αυτές.

    Για τις θεατρικές παραστάσεις είχε κατασκευασθεί κινητή ξύλινη σκηνή πάνω σε τροχούς, η οποία συρόταν στη σκηνοθήκη, όπου και φυλασσόταν. Αργότερα έγινε το προσκήνιο με διαστάσεις 31x 7 μ.

    Την περίοδο της ακμής της Μεγάλης Πόλεως, όταν δηλαδή αυτή αποτέλεσε τον “ομφαλόν των Αρκάδων”, το θέατρο έφθασε στην πλήρη ανάπτυξή του.

    Ο Παυσανίας βεβαιώνει μάλιστα, ότι στο θέατρο και “αένα ός έστιν ύδατος πηγή”. Τότε κατασκευάστηκε και η λίθινη προεδρία.

    Το 1890 αποκαλύφθηκαν από τις ανασκαφές του Βρετανικού Ινστιτούτου (1890 – 1891), η ορχήστρα, το προσκήνιο, μέρος της προεδρίας, οι χαμηλότερες λίθινες κερκίδες, τα επιβλητικά αναλήμματα των παρόδων και τα θεμέλια της σκηνοθήκης. Σήμερα στο χώρο του Θερσυλίου νεώτερες ανασκαφές είναι σε εξέλιξη.

    Συνέχεια του θεάτρου, στη βόρεια πλευρά είναι το Θερσίλειο Βουλευτήριο της Αρκαδικής Ομοσπονδίας (Κοινού των Αρκάδων) και η Αρχαία Αγορά. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει υπολείμματά τους.

    Το Θερσίλιο στηριζόταν σε μαρμάρινους στύλους και χωρούσε 6000 άτομα καθιστά και 10000 όρθια. Υπολογίζεται επίσης ότι το το τείχος της αρχαίας πόλης είχε μήκος 8850 μέτρα.

    Μετά από πολλά χρόνια αδράνειας της πολιτείας για την υποστήλωση και συντήρηση του θεάτρου – μάλιστα μέρος του κοίλου του υπέστη κατολοίσθηση πριν από μερικά χρόνια – είναι ήδη σε εξέλιξη αναστηλωτικές εργασίες στον χώρο της εισόδου του.

    Αν και το έργο έχει από πολύ καιρό υπαχθεί σε χρηματοδοτούμενο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα (Unesco), οι εργασίες για τη στερέωση των αναλημμάτων έχουν καθυστερήσει.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -Αρχαίο Θέατρο Μεγαλόπολης
  • Το όρος Λύκαιο (1421μ) βρίσκεται στα σύνορα σχεδόν των νομών Αρκαδίας και Μεσσηνίας, κοντά στη Μεγαλόπολη (30 χιλ.) και δεσπόζει με τον όγκο του στη δυτική πλευρά του λεκανοπέδιου της. Αρχίζει από την αριστερή όχθη του Αλφειού ποταμού και φτάνει σχεδόν κοντά στα παράλια του κόλπου της Κυπαρισσίας.

    Οι ντόπιοι το λένε σήμερα και Διαφόρτι δηλαδή ‘πέρασμα του Διός’. Η ψηλότερη κορυφή του (Προφήτης Ηλίας) – χαρακτηριστικά κωνική όπως τα περισσότερα ελληνικά βουνά – είναι φωτεινότατη, κυριολεκτικά λουσμένη στο φως του Πελοποννησιακού χώρου τις περισσότερες μέρες του χρόνου.

    Παράλληλα, η θέα που προσφέρει στον επισκέπτη είναι μοναδική και τον αποζημιώνει καθώς του χαρίζει την αίσθηση της εξουσίας του μισού Μοριά, με ένα ορίζοντα διαυγή και πανοραμικό: τη γόνιμη λεκάνη του Αλφειού ανατολικά, το όρος Μύνθη, τους ορεινούς όγκους του Μαινάλου και του Ταϋγέτου, την κοιλάδα του Αλφειού μέχρι το Ιόνιο, την Κυλλήνη και τον Ερύμανθο.

    O πολιτισμός του Λυκαίου και της αρχαίας Παρασσίας χάνεται στους προϊστορικούς χρόνους, όπου ο μύθος συμπλέκεται με την Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση όμως το βουνό είναι στενά δεμένο με την ιστορία της Αρκαδίας. Μέσα στο φως του Λυκαίου όρους πολύ πριν τα Ολύμπια και τα Παναθήναια δημιουργήθηκε το ‘Κοινό των Αρκάδων’, και αναπτύχθηκε το ‘Αρκαδικόν Ιδεώδες’.

    Είναι αυτό που δίνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας για την ανθρώπινη ζωή. Ήταν αυτό που ενθουσίασε τον ποιητή Fredrich Schiller, ώστε να ομολογήσει το: ‘et ego in Arkadia’και εμψύχωσε τόσο βαθιά τους μακρινούς περιηγητές ώστε να δώσουν στην Αρκαδία το συνώνυμο του Παραδείσου.

    Το Λύκαιο με την αρχαία πόλη Λυκόσουρα και τις άλλες μικρότερες αρκαδικές κώμες (όπως η Τραπεζούντα και η Βασιλίς) στις γόνιμες πλαγιές του, ήταν το λίκνο των αρχαίων Αρκάδων βασιλέων και του αρκαδικού πολιτισμού από τα προϊστορικά χρόνια. Συγχρόνως όμως υπήρξε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο όπου λατρευόταν ο Δίας, ο Απόλλων, ο Πάνας και η Δέσποινα.

    Με το πλούσιο φως του, τα ποικίλα χρώματά του και το άφθονο πράσινο στις πλαγιές του ήταν το ιερό βουνό των αρχαίων Αρκάδων, οι οποίοι είχαν αναπτύξει για την κορυφή του μια πολύ σημαντική λατρευτική μυθολογία, και μια πλούσια πολιτιστική ιστορία. Οι τοπικοί μύθοι μάλιστα, ήθελαν τον Δία να έχει γεννηθεί στη θέση ‘Κρητέα’ του βουνού, και να έχει ανατραφεί από τις τρεις εντόπιες Νύμφες, την Αγνώ, την Νέδα και τη Θεισόα. Ο Παυσανίας αναφέρει:

    ‘Στά αριστερά του ιερού της Δεσποίνης βρίσκεται το βουνό Λύκαιον. Μερικοί Αρκάδες το ονομάζουν και Όλυμπο, άλλοι Ιερή κορυφή. Και λένε ότι ο Ζεύς σ’ αυτό το βουνό ανατράφηκε. Υπάρχει κιόλας στο Λύκαιο και μία περιοχή που την λένε Κρητέα -αυτή η Κρητέα βρίσκεται αριστερά από το άλσος του λεγόμενου Παρρασίου Απόλλωνος- και οι Αρκάδες υποστηρίζουν ότι η Κρήτη, όπου κατά την Κρητική παράδοση ανατράφηκε ο Ζεύς, είναι αυτός ο τόπος και όχι το νησί.’

    Ο ΒΩΜΟΣ 

    Σ’ αυτή την κορυφή λατρευόταν ο Λύκαιος Δίας και υπήρχε ο περίφημος βωμός των θυσιών, ‘το χώμα γης’ του Παυσανία, καθώς και το άβατο τέμενος του θεού. Αποτελούσε το μεγάλο υπαίθριο Iερό, το σπουδαιότερο και σεβαστότερο σε όλη την Αρκαδία, γι’αυτό και η κορυφή αυτή λεγόταν και Αρκαδικός Όλυμπος.

    Επιστεύετο μάλιστα πως εδώ η ύλη έχανε τον ίσκιο της και έφεγγε αυτόφωτα, ανατρέποντας έτσι κάθε εξήγηση των φυσικών φαινομένων. Σ’ αυτό το βωμό και το τέμενος του Λύκαιου Δία, απαγορευόταν η είσοδος των κοινών θνητών.

    Ο Παυσανίας περιγράφει τους αρκαδικούς μύθους, την λατρεία και ιστορικά στοιχεία και πολιτιστικά στοιχεία, όπως και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς και όπως αυτά αποκαλύφθηκαν με τις ανασκαφές.

    Το όρος Λύκαιον έχει να επιδείξει και άλλα αξιοθαύμαστα και προπάντων το ακόλουθο. Υπάρχει εκεί ένα τέμενος του Λυκαίου Διός στο οποίο δεν επιτρέπεται να μπή άνθρωπος. Αν κάποιος παραβή τον κανόνα και μπει μέσα, είναι αναπότρεπτο να μη ζήση πάνω από χρόνο.

    Έλεγαν ακόμα ότι όλα όσα θα τύχαινε να βρεθούν μέσα στο τέμενος, είτε ζώα είτε άνθρωποι, δεν έριχναν σκιά. Και στην Συήνη, δώθε από την Αιθιοπία, συμβαίνει να μη σχηματίζεται σκιά ούτε από δέντρο ούτε από κανένα ζωντανό, όσον καιρό ο ήλιος βρίσκεται στον αστερισμό του Καρκίνου -αλλά στο τέμενος του Λυκαίου το ίδιο γίνεται με τις σκιές, πάντα και σε κάθε εποχή του χρόνου.

    Στην ψηλότερη κορυφή του βουνού είναι ένας σωρός από χώμα, βωμός του Λυκαίου Διός, από όπου φαίνονται τα περισσότερα μέρη της Πελλοπονήσου -μπροστά στον βωμό ανατολικά, υψώνονται δύο κίονες όπου υπήρχαν άλλοτε επίχρυσοι αετοί.

    Σ’αυτό τον βωμό θυσιάζουν μυστικά στον Λύκαιο Δία. Να δείξω πολυπραγμοσύνη σε ό,τι αφορά στη θυσία, δεν μου ήταν ευχάριστο, ας τα αφήσουμε λοιπόν εκεί που είναι και κει που ήταν πάντα.’
     
    Ο ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ

    Πιο χαμηλά,σε ένα οροπέδιο θεϊκής γαλήνης και ομορφιάς, το ‘Ελληνικό’, ή ‘Κάτω Κάμπος’, υπάρχουν τα ερείπια του ιερού του Πάνα, του ξενώνα, της μεγάλης στοάς, των κρηνών, των δεξαμενών καθώς και του Σταδίου στο οποίο διακρίνονται και σήμερα οι πέτρες της αφετηρίας, και ιππόδρομος του οποίου διακρίνονται τα λίθινα εδώλια.

    Στο χώρο του σταδίου και στο ιπποδρόμιο γίνονταν οι αθλητικοί, ιπποδρομικοί και μουσικοί αγώνες, τα Λύκαια.

    ‘Έστι δε… και ιππόδρομός τε και προ αυτού στάδιον. Το δε αρχαίον των Λυκαίων ήγον τον αγώνα ενταύθα. Έτσι δε αυτόθι και ανδριάντων βάθρα, ουκ επόντων έτι ανδριάντων. Ελεγείον δε επί των βάθρων ενί Αντυάνακτος φήσιν είναι την εικόνα, τον δε Αντύνακτα είναι γένος των από Αρκάδος.’ (Παυσ. Η 38, 5)

    [ ‘Επάνω στο Λύκαιον είναι κι ένα ιερό του Πανός και γύρω από αυτό ένα άλσος με δέντρα κι ένας ιππόδρομος που έχει μπροστά του ένα στάδιο. Εδώ έκαναν τον παλιό καιρό τους αγώνες των Λυκαίων. Υπάρχουν επίσης σ’ αυτό το μέρος βάθρα ανδριάντων, μα χωρίς αγάλματα τώρα πιά. Σ’ ένα από τα βάθρα, δίστιχο γραμμένο λέει ότι ο ανδριάντας ήταν κάποιου Αντυάνακτος ο δε Αντυάναξ κατάγεται από το γένος του Αρκάδα’ ]

    Η θέση του Λυκαίου όρους και του αρχαιολογικού του χώρου, η ιερότητα της λατρείας του Δία και του Πάνα όπως και των άλλων θεών της περιοχής, η παλαιότητα της εκδήλωσης των Λυκαίων αγώνων και η ποικιλία των τοπικών παραδόσεων, συμβάλλουν στην θεώρηση του βουνού σαν Αρκαδικού Ολύμπου.

    ΟΙ ΧΡΥΣΟΙ ΑΕΤΟΙ

    Οι αρχαίοι Αρκάδες τιμούσαν τον θεό τους στον υπαίθριο ναό της κορυφής την οποία θεωρούσαν κέντρο της γης. Είχαν μάλιστα κατασκευάσει εκεί δύο ψηλούς κίονες, λίγες δεκάδες από την είσοδο του ιερού τεμένους, που η σύλληψη τους και αρχιτεκτονική τους ήταν αριστουργηματική. Πάνω τους υπήρχαν δύο χρυσοί αετοί, που κοιτούσαν συμβολικά ο ένας προς την ανατολή κι ο άλλος προς την δύση.

    ‘…προ του βωμού κίονες δύο ως επί ανίσχοντα εστήκασιν ήλιον, αετοί δ’ επ’ αυτοίς επίχρισοι τά γε έτη παλαιότερα επεποίηντο…’ (Παυσ. Η 38, 7) ‘

    [ ‘Μπροστά στο βωμό προς την ανατολική πλευρά υπάρχουν δύο κίονες πάνω στους οποίους κατά την παλαιά εποχή είχαν τοποθετήσει δύο χρυσούς αετούς..’ ] 

    Υπήρχε η δοξασία πως αν θα πετούσαν κι έκαναν το γύρο του κόσμου θα συναντιόντουσαν και πάλι στο ίδιο εκείνο σημείο, καθώς πίστευαν πως αυτός ήταν ο ομφαλός της γης. Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει μια αξιοσημείωτη εικόνα ανάμεσα στην κορυφή του Λύκαιου όρους και στο ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες.

    Την ώρα της ανατολής, καθώς ο ήλιος αγγίζει πρώτα την λύκαια κορυφή, το σχήμα των φτερών των αητών αλληλοφωτιζόμενο πολλαπλασίαζε το καθρέφτισμα του ήλιου, που έφτανε να αντανακλάται ως τις χαμηλότερες πλαγιές, και μάλιστα κτυπούσε πάνω στο μπρούτζινο άγαλμα του Απόλλωνα, στο ναό του στις Βάσσες, σε απόσταση ευθείας γραμμής πέντε χιλιόμετρων, προς τα δυτικά.

    Το άγαλμα του Απόλλωνα ήταν τοποθετημένο απέναντι σε τέτοια θέση, έτσι που δέχεται πρώτο την αντανάκλαση του φωτός από τους χρυσούς αετούς, πριν ακόμη το φως του ήλιου φωτίσει όλο την περιοχή, ώστε να σχηματίζεται, γύρω από το κεφάλι του θεού φωτοστέφανο.

    Οι αρχαίοι κάτοιχοι της περιοχής των Βασσών, στο πρώιμο ξημέρωμά τους έκθαμβοι αντίκρυζαν το επάνω μέρος της κεφαλής του μπρούτζινου αγάλματος να φωτίζεται ακτινωτά από το καθρέφτισμα των ηλιακτίδων και το δέχονταν σαν ευνοϊκό μήνυμα επικοινωνίας του Λύκαιου Δία από την κορυφή με το θεό Απόλλωνα στις Βάσσες.

    Eκείνη την ώρα του λυκόφωτος, το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του αγάλματος του Απόλλωνα αποτελούσε για τους αρχαίους κατοίκους της περιοχής δείγμα ότι ο κραταιός Λύκαιος Δίας, ο Φωτεινός Δίας, της κορυφής του Λυκαίου, έστελνε το καθαρό μήνυμά του στον Επίκουρο Απόλλωνα.

    Η ΠΗΓΗ ΑΓΝΩ

    ‘…της δε Αγνούς, ή εν τω όρει τω Λυκαίω πηγή κατά τα αυτά ποταμώ Ίστρω πέφυκεν ίσον παρέχεσθαι το ύδωρ εν χειμώνι ομοίως και εν ώρα θέρους’. (Παυσ. Η΄ 38,4)
    [‘Από δε την (νύμφη) Αγνώ (ονομάσθηκε) η πηγή στο όρος Λύκαιο η οποία όπως και ο ποταμός Ίστρος βγάζει την ίδια ποσότητα νερού χειμώνα καλοκαίρι.’]

    Όταν ο ήλιος γείρει στην Ιερή κορυφή, το ελαφρό δροσερό βοριαδάκι που κουβαλάει μαζί με το μύρο του χόρτου σα θυμίαμα και χιλιάδες πανάρχαιους μυστηριακούς ψίθυρους, σκορπά ρίγη στο σύγχρονο προσκυνητή. Ίσως… αν σταθεί ακίνητος, να δει τον ιερέα του Λυκαίου Δία να κατεβαίνει μουρμουρίζοντας προσευχές από την ιερή κορυφή μετά τη θυσία, να αναταράξει τα νερά της Αγνούς. Ο Δ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ αναφέρει:

    ‘προς την πηγήν Αγνώ συνεδέετο επισημοτάτη και παραδοξοτάτη τελετουργική πράξις του ιερέως του Διός Λυκαίου. Οσάκις δηλ. μακρά ξηρασία ηπείλει την εσοδείαν των καρπών και τα δένδρα της χώρας, τότε ο ιερεύς του Διός προσευχηθείς εις το ύδωρ και τελέσας τας θυσίας, όσας ο ιερός νόμος επέβαλλε εις αυτόν, κατεβίβαζεν εις την πηγήν κλάδον δρυός και ανετάρασσε δι αυτού τα επιπόλαια του ύδατος στρώματα και ω του θαύματος!

    Μετά την ανακίνησιν του ύδατος ευθύς ανήρχοντο εκείθεν πυκνοί υδρατμοί όμοιοι προς ομίχλην, αύτη μετ’ ολίγον μετεσχηματίζετο εις νέφος και τούτο παρασύρον κατ’ ολίγον εις εαυτό και άλλα νέφη προεκάλει βροχήν εν Αρκαδία, δροσίζουσαν και ποτίζουσαν την κατάξηρον γην…’ (ΑΡΚΑΔΙΚΑ. 1988 τόμος Ζ΄. ‘ΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑΙ ΕΝ ΤΗ ΑΡΧΑΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑ’ ΔΗΜ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ).

    ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΚΟΣΟΥΡΑ

    Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Αρκαδίας, στην ανατολική πλευρά του Λυκαίου όρους, μέσα σε καταπράσινο και ειδυλλιακό περιβάλλον. Περιλαμβάνει ναό, περίβολο, ένα μεγάλο βωμό σε δύο επίπεδα (μέγαρο), όπου λάμβαναν χώρα οι επίσημες τελετές, τη μεγάλη στοά, υπολείμματα Λουτρών, και τους βωμούς της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητρός. Τα σωζόμενα ερείπια είναι του 2ου αι. π.Χ.

    Απέχει 49 χλμ. Από την Τρίπολη και 12 χλμ. από την Μεγαλόπολη.

    Το ιερό της τοπικής θεότητας, που την ονόμαζαν Δέσποινα, είναι ένα από τα σημαντικότερα Ιερά της αρχαίας Αρκαδίας. Ήκμασε μέχρι το τέλος των ρωμαϊκών χρόνων.

    Τα σημαντικότερα μνημεία του Αρχαιολογικού χώρου είναι:

    1. Ο Ναός της Δέσποινας

    2. Το Μέγαρο (Βωμός)

    3. Η Μεγάλη Στοά και οι Βωμοί

    4. Η Αρχαία Κρήνη-Δεξαμενή.

    Το ιερό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα ήταν ένα σύμπλεγμα βωμών και ναών αφιερωμένων σε διάφορες θεότητες. Όμως κορυφαία ήταν ο ναός και το μέγαρο της Δέσποινας.

    Εκεί γίνονταν από πολύ παλιά απόκρυφη οργιαστική γιορτή, με αναπαράσταση της γέννησης του Δία, όπου λάμβαναν μέρος έφηβοι υποδυόμενοι τους Κουρήτες και Κορύβαντες, που χόρευαν με ενθουσιασμό κραδαίνοντας όπλα και βγάζοντας άναρθρες κραυγές.

    Η Δέσποινα ήταν από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μυστηριακές λατρευτικές τελετές, τις οποίες καθώς και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι σε αυτές. ‘Δέσποινα’ δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά επίθετο με το οποίο την προσαγόρευαν.

    Μυστηριώδης και μη ονομαζόμενη η θεά, η επικαλούμενη Δέσποινα, την οποία ο Παυσανίας ταυτίζει με την Κόρη, φαίνεται ότι πράγματι ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας.

    Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη. Αυτό διαφαίνεται ανάγλυφα τόσο στα διάφορα ευρήματα που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εποχές, όσο και στο τεραστίου μεγέθους σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, όπου συνδέεται η σύγχρονη τέχνη του με την αρκαδική παράδοση.

    Το λατρευτικό άγαλμα παριστάνει τη Δέσποινα ένθρονη, με την κίστη στα γόνατά της, ενώ δίπλα της στέκονταν οι θεές Δήμητρα και Άρτεμις.

    Στο ναό της Δέσποινας βρέθηκε το βάθρο του περίφημου ‘συντάγματος’του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα (σύμπλεγμα των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Αθηνάς, της Δήμητρας, της Αρτέμιδας και του τιτάνα Ανύτου) του 2ου π.Χ. αι., καθώς και θραύσματα από τα αγάλματα των θεών.

    Η Λυκόσουρα, ήταν η ιερότερη και αρχαιότερη πόλη των Αρκάδων. Ιδρύθηκε από το μυθικό βασιλιά Λυκάωνα, γιό του Πελασγού. Σύμφωνα με τις παραδόσεις η πόλη εθεωρείτο σαν η αρχαιότερη στην ηπειρωτική γη και τα νησιά. Την πόλη επισκέφτηκε ο ο Παυσανίας, και μάλιστα έγραψε στο έργο του Ελλάδος Περιήγησις ότι είναι η πρώτη πόλη που είδε ο ήλιος!..

    Η Λυκόσουρα, που εθεωρείτο ‘η πιο παλαιά πόλη του κόσμου’, εξακολούθησε να υπάρχει όταν μετά το 360 όλες οι άλλες αρκαδικές πόλεις ενώθηκαν, σχηματίζοντας τη Μεγαλόπολη. Συνέχισαν να τελούνται τα μυστήρια, όπως μας πληροφορεί επιγραφή του 3ου αι. π.Χ.

    Στον πέπλο του αγάλματος της Δέσποινας στη Λυκόσουρα απεικονίζονταν κάθε είδους μουσικοί μεταμφιεσμένοι σε ζώα, με μάσκες σε μορφή όνου καθώς και πλάσματα με κεφαλή αγελάδας ή χοίρου. Στη βάση του αγάλματος απεικονίζονταν Κουρήτες και Κορύβαντες. Μάλλον με αυτό υποδηλώνεται η ύπαρξη ενός λατρευτικού θιάσου μασκοφόρων και μια μυστηριακή κοινωνία πολεμιστών στον κύκλο της θυσίας.

    Κατά τον Ηρόδοτο, στην Αρκαδία διετηρούντο προδωρικά μυστήρια της Δήμητρας.

    Το μέγαρο της Δέσποινας, είναι ένα ναόμορφο οικοδόμημα με υπαίθριο βωμό. Ήταν ιερός χώρος όπου γίνονταν τελετουργίες μύησης και μυστηριακές θυσίες. Στο μεγάλο βωμό γίνονταν θυσίες διαμελισμού.

    Πάνω από το μέγαρον υπήρχε άλσος και στην κορυφή του υψώματος ιερό του Πανός. Εντυπωσιακά είναι τα αναθηματικά αγαλματίδια κριοκέφαλων ανθρώπων με μακριά ενδύματα.

    Στα ΝΔ. του μεγάρου υπάρχει κρηνικό κτίσμα από μεγάλες ορθογωνισμένες πέτρες. Επίσης υπάρχει και μία μνημειώδης κατασκευή από δέκα σειρές εδωλίων στο πλάι του ναού, από όπου παρακολουθούσαν τα δρώμενα οι προσκυνητές.

    Δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο έχει δημιουργηθεί το μικρό μονόχωρο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λυκοσούρας, το οποίο στεγάζει μέρος των ευρημάτων του Ιερού της Δέσποινας στη Λυκοσούρα.

    Το Μουσείο περιλαμβάνει τις εξής συλλογές:
    Γλυπτά, επιγραφές, μαρμάρινα και πήλινα αναθήματα διαφόρων τύπων από το Ιερό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα Αρκαδίας, καθώς και διάφορα μικρά ευρήματα από την περιοχή γύρω από το Ιερό.
     
    Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα.

    Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

    Η Λυκόσουρα ήταν αρχαία αρκαδική πόλη ιδρύθηκε από τον Λυκάονα πρώτο βασιλιά των Αρκάδων και γιο του Πελασγού και ήταν η πρωτεύουσα των Αρκάδων μέχρι ο Κλείτωρ να την μεταφέρει στον Κλείτορα. Θεωρούταν η ιερότερη και παλιότερη πόλη της Αρκαδίας, μάλιστα όπως αναφέρει ο Παυσανίας ήταν η πρώτη πόλη που είδε ο ήλιος, παλιότερη όλων των πόλεων σε γη και νησιά, δηλαδή η πρώτη πόλη που ιδρύθηκε στον πλανήτη.

    Σήμερα η αρχαία πόλη ανασκάπτεται και ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται 12 χιλιόμετρα από την Μεγαλόπολη. Έχουν βρεθεί το αρχαίο τείχος, το ιερό της Δέσποινας, λείψανα λουτρών και πολλών κτιρίων.

Γραφικά χωριά και Μοναστήρια

  • Η Καρύταινα (γράφεται και Καρίταινα) είναι χωριό της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Είναι χτισμένη σε κορυφή λόφου γύρω από το μεσαιωνικό κάστρο. Βρίσκεται στο χώρο της αρχαίας Βρένθης. O οικισμός διακρίνεται ιδιαίτερα για τον μεσαιωνικό της χαρακτήρα που της προσδίδουν τα σπίτια, το κάστρο και οι βυζαντινού ρυθμού εκκλησίες. Έχει αναγνωριστεί ως παραδοσιακός οικισμός.

    Η Καρύταινα αναφέρεται για πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή υπήρξε πρωτεύουσα μίας από τις βαρωνίες των Φράγκων.

    Στη γαλλική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως αναφέρεται ως Caraintaine. Τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας, την βαρονία της την κατείχε η οικογένεια των Ντε Μπρυγιέρ (ή Ντε Μπριέλ).

    Στην οικογένεια αυτή αποδίδεται και η κατασκευή του κάστρου της Καρύταινας που χτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν τα ερείπια της αρχαίας Βρένθης που ήταν χτισμένη στην ίδια τοποθεσία.

    Το εντυπωσιακό και ισχυρό κάστρο της Καρύταινας προσέδωσε στην πόλη στρατηγική σημασία και την ασφάλισε αποτελεσματικά. Αργότερα, η Καρύταινα πέρασε στην εξουσία του Δεσποτάτου του Μορέως, καθώς το 1320 εξαγοράστηκε από τον Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο.

    Από το 1461 πέρασε στους Οθωμανούς. Στην τουρκοκρατία παρέμεινε σημαντικό εμπορικό κέντρο, που απελευθέρωσαν το 1821 οι Έλληνες. Το 1826 χρησιμοποίησε ο Κολοκοτρώνης το κάστρο της ως ορμητήριο κατά του Ιμπραήμ και ως καταφύγιο των γυναικών και των παιδιών.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ -Η Καρύταινα
  • Η Βελιγοστή είναι ένα χωριό της Αρκαδίας και βρίσκεται Ν.Δ. της πόλης της Μεγαλόπολης στις υπώρειες του Β.Δ. Ταϋγετου. Απέχει 3 χιλ. από την Ε.Ο. Τρίπολης – Μεγαλόπολης – Καλαμάτας. Παλαιότερα το χωριό ονομαζόταν Σαμαράς και πήρε την ονομασία Βελιγοστή στις 18 Σεπτεμβρίου του 1918. Σήμερα η Βελιγοστή ανήκει διοικητικά στον καλλικρατικό Δήμο Μεγαλόπολης και αποτελεί τοπική κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Φαλαισίας. Το χωριό έχει 6

    Κατά την αρχαιότητα και αρχαιολογικά ευρήματα στη περιοχή της Βελιγοστής

    Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, πολύ κοντά και στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρισκόταν η αρχαία Αρκαδική πόλη Κρωμίτης, που κατά το μύθο είχε ονομασθεί έτσι, από το γιο του Λυκάωνος Δίος Κρώμνο και η οποία πιστεύεται, ό,τι είναι και η μητρόπολη της πόλης Κρώμνος που βρίσκεται στον Εύξεινο Πόντο.

    Στον κόμβο της Βελιγοστής, στο 40ο χλμ της Ε.Ο. Τρίπολης – Καλαμάτας, στο χώρο όπου κατασκευάστηκαν τα διόδια, βρέθηκαν κατά τα έτη 2008-2009 θραύσματα οψιανών και πυριτόλιθων, καθώς και λίθινα εργαλεία, τα οποία μαρτυρούν και την προϊστορική κατοίκηση της περιοχής. Βρέθηκαν επίσης, κατάλοιπα κτηρίων της ελληνιστικής εποχής, λιθόκτιστο πηγάδι, κατάλοιπα κεραμικού κλιβάνου και ταφές των Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων. Η νέα αυτή αρχαιολογική θέση ρίχνει φως όχι μόνο σε άγνωστες πτυχές της βιοτεχνικής παραγωγής και της οικονομικής ζωής της Αρκαδικής υπαίθρου-χώρας, αλλά και στην τοπογραφία της.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΧΩΡΙΑ-Βελιγοστή
  • Το χωριό Γραικός, κατά παράδοση Γραικού, βρίσκεται στην Ανατολική Φαλαισία ανάμεσα στα χωριά: Σκορτσινός (ού), Αναβρυτός (Γαρδίκη), Βουτσαρά (Ζαϊμη) και Πετρίνα. Έχει υψόμετρο 580μ, στην Εκκλησία. Διοικητικά ανήκει πλέον στον καλλικρατικό Δήμο Μεγαλόπολης ως τοπική κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Φαλαισίας (πρώην Δήμου Φαλαισίας). Οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού σήμερα αριθμούν τα

    Γεωγραφική θέση

    Βρίσκεται στη μεσημβρινή πλαγιά του λόφου Σπηλιοβούνι (Κούκουρας 680μ) που καλύπτεται από πυκνό πουρναρόδασο και περιζώνεται από τους χειμάρους Ξερίλα και Χαλέτζη –παραποτάμους του Ευρώτα . Στον απέναντι λόφο, το Βελανιδοβούνι με την Α.(683μ) και Δ. Τσιούκα, υψώνεται αγέρωχος,βλοσυρός και προκλητικός ένας μεγάλος φυτευτός βράχος , ο Μαλιτσάς (Σλάβικη ονομασία =μεγάλος βράχος). Ο Ξερίλας διασχίζει τις κοιλάδες Λιθιάς, Κοκορεβιθιά – Μπαλέϊκα, Καμάρι (όπου και η ομώνυμη πηγή) και το Βαρικό(Κάμπος),ενώ ο Χαλέτζης την ομώνυμη μικρή κοιλάδα. Στο Βελανιδοβούνι , του οποίου προεξοχές Δ.του Μαλιτσά είναι κατά σειρά οι λόφοι Καλύβια, Κορφάδι, Σπαρτιάς και Παλιοκαλύβες, υπήρχαν κυρίως αιωνόβιες βελανιδιές ενώ στο Λόγγο, στις δυτικές προεκτάσεις του, πανύψηλα Δένδρα.

    Ονομασία Χωριού

    Στον Ελλαδικό χώρο υπάρχουν αρκετά χωριά με το όνομα Γραικός ή παραλλαγές του όπως Γραικοχώρι,Άνω και κάτω Γραικικό στην  Ήπειρο, Γρέκα στην Αχαΐα, Γραίκα στην Ηλεία κλπ  και για τον λόγο αυτό έχει προταθεί η άποψη ότι η ονομασία έλκει από τους Γραικούς που σιγά αλλά σταθερά μετακινήθηκαν από την Ήπειρο στην Αρκαδία.

    Στο ‘’Χρονικό του Μορέως’’ ,που αναφέρεται στα γεγονότα της κατάκτηση της Πελοποννήσου από του Φράγκους μετά το 1204 μ.χ , υπάρχουν ονόματα που ταιριάζουν με αυτά της Α. Φαλαισίας, όπως Σκορτσινού, Γαρδίκι, Βουτσαρά,Χελμός, Γραικού (Metegriffon=φόνος των Γραικών). Πιθανόν μερικοί διασωθέντες Γραικοί μετά την πτώση του κάστρου Αράκλοβου (Γορτυνία) που υποστήριζε ο γενναίος Δοξαπατρής Βουτζαράς να κατέφυγαν στην περιοχή μας. Ο κατά παράδοση επομένως προσδιορισμός του Γραικού να έχει σχέση με τον ιδρυτή του Γραικό. Έτσι πάγια μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους αναφέρεται ως Γραικού, όπως στις αιτήσεις των Αγωνιστών του 1865 αλλά και δεν έγινε μετονομασία του χωριού , όπως σε άλλα χωριά.

    Παλιότεροι κάτοικοι του χωριού  πίστευαν ότι το όνομα του χωριού προέρχεται από τη λέξη ‘’Γρέκι’’που σημαίνει μαντρί δηλαδή χώρος καταυλισμού γιδο- προβάτων ή κατά παράφραση από την Τούρκικη λέξη egrek = χαντάκι που βρίσκεται Δυτικά του χωριού . Σε συνδυασμό με την υπάρχουσα εκεί Βρύση , το χαμηλό υψόμετρο, τη μεσημβρινή και υπήνεμη θέση του χωριού στο λόφο Σπηλιοβούνι, ο τόπος είναι ιδεώδης για να ξεχειμωνιάσουν ζώα και άνθρωποι. Στην απογραφή του 1700 ο Βενετός  Pacifico  αναφέρει το χωριό Greci, αν και πολλά χωριά έχουν γραφεί παραφθαρμένα (Γραικοί= Graeci).

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΧΩΡΙΑ-Γραικο
  • Η Μονή Ρεκίτσας είναι μοναστήρι που βρίσκεται στον αρκαδικό Ταΰγετο, 7 χλμ. βόρεια του χωριού Δυρράχι. Το μοναστήρι βρίσκεται σε υψόμετρο 1.100 μέτρων, στις παρυφές ενός δάσους από έλατα.

    Η Μονή υπήρχε, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες, πριν το 1600 μ.χ. όπου και πλήθος μοναχών ασκήτευαν σε αυτήν. Ήταν λημέρι των αρματολών και κλεφτών στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

    Εκεί μόνασε για μερικά χρόνια και ο ήρωας της ελληνικής επανάστασης Παπαφλέσσας. Η μονή καταστράφηκε από τους Τούρκους αρκετές φορές και συλλήθηκε.

    Στις 16 Αυγούστου λαμβάνει χώρα τοπική γιορτή με πλήθος κόσμου και αρχών.

    Σήμερα η μονή στέκει εγκαταλελειμένη, με γκρεμισμένα τα κελιά και μόνο την εκκλησία της Παναγίας σε καλή κατάσταση.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ-Μονή της Ρεκίτσας
  • Η μονή Μπούρα βρίσκεαι κοντά στο χωριό Λεοντάρι (6 χιλ), δίπλα από τον δρόμο Λεονταρίου-Σπάρτης. Είναι κτισμένη σε κατάφυτο λόφο, 4 χιλ. από το χωριό Φαλαισία και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

    Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία κατασκευής της μονής, πιθανολογείται ότι χτίστηκε στα μέσα του 12ου αιώνα. Από τότε ήταν ανδρική μονή. Τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως και την περίοδο της επανάστασης του 21 υπήρξε λίκνο του αγώνα για την απελευθέρωση.

    Ο “Πύργος”,  ένα κτίσμα της Μονής ύψους 10 μέτρων, αποτελεί με τις πολεμίστρες του μαρτυρία της αντίστασης των μοναχών κατά των Τούρκων.

    Στην επανάσταση του 1770 η μονή λεηλατήθηκε από Τουρκαλβανούς οι οποίοι σκότωσαν όλους τους μοναχούς και κατέστρεψαν τις τοιχογραφίες.

    Αργότερα, κατά την επιδρομή τυ Ιμπραήμ, οι μοναχοί πρόβαλαν γενναία αντίσταση κατά των Τουρκοαιγυπτίων, μέχρι που σκοτώθηκαν όλοι.

    Το 1932 η Μονή προσαρτήθηκε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου και έκλεισε. Το 1934 ξανάνοιξε με λίγες μοναχές που ήλθαν από την κοντινή Μονή Αμπελακίου.

    Το 1952 η περιουσία της παραχωρήθηκε στους ακτήμονες της Φαλαισίας και από τότε άρχιζε παρακμάζει. Το 1984 εγκαταστάθηκε μια ομάδα από μοναχές οι οποίες σε διάστημα 15 χρόνων συντήρησαν και αναμόρφωσαν τη Μονή, αναπαλαιώνοντας τα παλια της κτίσματα και δημιουργώντας νέα φροντισμένα κτίσματα.

    Ανάμεσα στα τελευταία είναι η ωραία εκκλησία του Αγίου Αλεξίου, οι Ναοί των Αγίων Αναργύρων, Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης και το διώροφο κτήριο που στεγάζει τα κελιά, διάφορα εργαστήρια, τη βιβλιοθήκη και άλλους χώρους.

    Η Μονή εορτάζει στις 23 Αυγούστου.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ-Ιερά Μονή Μπούρα
  • Ι.Μ. Αμπελακίου “Κοίμηση της Θεοτόκου”

    Στο μέσο της χαράδρας είναι σπηλιά. Στα δεξιά και στα αριστερά της, τρυπούν τον ουρανό οι κορυφές ενός βράχου· στη μία υψώνεται ένας Σταυρός και στην άλλη, ο Ιερός Ναός της Αναλήψεως.

    Στο εσωτερικό της Σπηλιάς, βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, που ονομάζεται «Παναγία η Μακελαρίτισσα» και θεωρείται μία από τις εβδομήντα Εικόνες του απόστολου και ευαγγελιστή Λουκά!

    Εικάζεται, ότι, ένας Μοναχός -πιθανόν αγιορείτης- μετά την καταστροφή της Μονής του από τους Τούρκους, πήρε τη συγκεκριμένη εικόνα και, καταδιωκόμενος, βρήκε καταφύγιο στη Σπηλιά.

    Αργότερα, βρέθηκαν εκεί τα οστά του Ασκητή και, σήμερα, φυλάσσονται πίσω από την Αγία Τράπεζα του Ναού της Αναλήψεως. Γύρω από τη σπηλιά, απλώνεται ένα μικρό αμπέλι εξ’ ου και, οι περίοικοι, γνωρίζουν την περιοχή με το όνομα «Αμπελάκι»· έτσι πήρε και το όνομα της η Μονή.

    Tο Μοναστήρι γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου και κάθε χρόνο πλήθος πιστών καταφθάνει για να προσκυνήσει την εικόνα της «Παναγίας της Μακελαρίτισσας» που θεωρείται θαυματουργή!

    Η θεραπεία παραλυσίας, εγκεφαλικών πόνων, επιληψίας, στειρότητας και πολλά άλλα συγκαταλέγονται στα θαύματα της… Στην εξώπορτα της Μονής και στο πάνω μέρος, η εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας παρακολουθεί τον εισερχόμενο…

    Στο κέντρο δεσπόζει ο Ναός της Αναλήψεως που εγκαινιάστηκε από τον Επίσκοπο Λακεδαίμονος κ. Θεόκλητο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος!

    Ο ίδιος χειροτόνησε και την πρώτη Μοναχή, τη Μοναχή Πελαγία. Έξω από το Ναό ο επισκέπτης προσκυνά τον Εσταυρωμένο και τον τάφο όπου φυλάσσονται τα Οστά της Κτητόρισσας Μοναχής.

    Στο προαύλιο της Μονής έχει υψωθεί Ηρώο «υπέρ των πεσόντων» στα πεδία των μαχών. Λίγο πιο κει, μπορούμε να επισκεφθούμε και το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη.

    Επίσης, κατά την είσοδο μας στη Μονή, συναντάμε και το Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο βράχο -τμήμα- υπάρχει ο Ναός του Αγίου Σάββα, το εξομολογητήριο μοναχών και προσκυνητών.

    Το σύνολο της Μονής υδροδοτείται από πηγή που αναβλύζει στην ανατολική πλευρά της κορυφής. Αναφορικά, με τη φιλοξενία των επισκεπτών, πρέπει να πούμε, πως λειτουργεί Ξενώνας, ο οποίος μπορεί να φιλοξενήσει γύρω στα 200 άτομα! Αλλά και για τους εκάστοτε επισκέπτες ιερείς υπάρχει ένα δωμάτιο μπροστά από τον Ναό της Αναλήψεως.

    Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Αμπελάκι τυγχάνει υπό την πνευματική προστασία του Σεβ. Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Θεόφιλου.

    Φιλοξενεί εννέα Μοναχές και τη Γερόντισσα, τη Μοναχή Πελαγία.

    Η πρόσβαση στη Μονή γίνεται με λεωφορεία ή Ι.Χ. Ερχόμενοι από Αθήνα, μέσω Τρίπολης, περνάμε τη Μεγαλόπολη και το Λεοντάρι για να φτάσουμε στο χωριό Φαλαισία και εν συνεχεία στη Μονή (250 χλμ. περίπου).

    Από την Τρίπολη απέχει 50 χλμ. και άλλα τόσα από τη Σπάρτη.

MEGALOPOLE-AtHellas.gr-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ-Ι.Μ. Αμπελακίου
  • Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης  2791022222 – 2791024122
    ΕΚΑΒ Τρίπολης 166 – 2710243686
    Κέντρο Υγείας Μεγαλόπολης   2791022974-5
    Πυροσβεστική Υπηρεσία  2791025111 – 2791022199

Πηγή :Με την ευγενική παραχώρηση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού www.visitgreece.gr,Δήμος Μεγαλόπολης
Βικιπαιδεια 
φωτο  -https://www.megalopoli.gov.gr/

.Το Hush βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Μεγαλόπολης, με minimal αισθητική που κινείται στους τόνους του ξύλου και του μέταλλου. All day industrial με vintage στοιχεία. Η ιδέα μας ήταν απλή αλλά ουσιαστική. Να δημιουργήσουμε ένα friendly και ευχάριστο χώρο που θα άρεσε πρώτα σε εμάς να είμαστε μέσα. Πρόσθεσαμε έναν από τους καλύτερους καφέδες της περιοχής, διάφορα νόστιμα σνάκς, πρωτότυπα και καλόφτιαγμένα cocktails συνοδεία rock, jazz, αλλά και mainstream τις πρωινές ώρες.!…….περισσότερα εδώ